ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

Λήψη υλικού σε μορφή pdf

 

Η ιδέα της επάλληλης συναίνεσης

Ο Ρώλς εξηγεί ότι ο πολιτικός φιλελευθερισμός αντιμετωπίζει την πολλαπλότητα των δογμάτων ως εύλογη εφόσον και αυτά είναι εύλογα. Με άλλα λόγια, η εδώ θεώρηση διαφοροποιείται από την αρχαία και χριστιανική παράδοση (από Πλάτωνα μέχρι Αυγουστίνο και τον Μπένθαμ) που ήθελε την αντίληψη της δικαιοσύνης να προέρχεται αναγκαστικά από μια και μόνη θεώρηση η οποία θα περιελάμβανε ένα και μόνο αγαθό. Η εδώ θεώρηση θεωρεί ότι ο πρακτικός λόγος επιτρέπει στα διαφορετικά πλην εύλογα δόγματα μια έστω μερική συμβατότητα.

Ο τρόπος με τον οποίο, στην συνέχεια, επιδιώκει ο φιλελευθερισμός να απαντήσει στο ερώτημα του πώς επιτυγχάνεται η σταθερότητα με δεδομένη αυτή τη πολλαπλότητα περνάει απαραίτητα από την διασαφήνιση της ιδέας της επάλληλης συναίνεσης.

Πριν από αυτό όμως, πρέπει να προηγηθεί μια ακριβέστερη διατύπωση του τί αφορά πραγματικά το ερώτημα της σταθερότητας. Με άλλα λόγια, η επάλληλη συναίνεση ποια σχέση θα αφορά και ποιο το περιεχόμενο αυτής της σχέσης; Η απάντηση είναι ότι αφορά στην πολιτική σχέση μεταξύ των ατόμων, που με τη σειρά της αφορά στη λειτουργία των βασικών θεσμών (εντός, πάντα, μιας συνταγματικής δημοκρατίας). Αυτοί όμως οι θεσμοί έχουν μια διπλή ιδιαιτερότητα που πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν στο ζήτημα της συναίνεσης: αφενός, τα άτομα που επηρεάζονται από τη λειτουργία τους δεν συμμετέχουν εκούσια (με άλλα λόγια, η κοινωνία προϋπάρχει και δεν επιλέγεται όπως λχ η οικογένεια, η φιλία). Αφετέρου, οι θεσμοί συνοδεύονται από τον εξαναγκασμό μιας υπέρτερης (κρατικής) εξουσίας.

Η ουσία, λοιπόν, της συναίνεσης είναι να μπορεί να υπάρξει μια πολιτική αντίληψη δικαιοσύνης (ο Ρώλς ευελπιστεί αυτή η αντίληψη να είναι η θεωρία της ΘΔ) η οποία να ασκεί με τέτοιον τρόπο την εξουσία (και δεδομένου και του ακουσίου της πολιτικής σχέσης) ώστε διαφορετικά δόγματα θα την θεωρούσαν αυτήν την εξουσία ως καλώς ασκηθείσα. Ή με άλλα λόγια, τα διαφορετικά δόγματα θα θεωρούσαν ότι η πολιτική αντίληψη προσφέρει μια δημόσια βάση δικαιολόγησης/ νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας.

Πρώτη προϋπόθεση για να το πετύχει αυτό μια αντίληψη είναι ότι η εξουσία εντός της δεν θα λειτουργεί ποτέ υπέρ ή εις βάρος κάποιου συγκεκριμένου δόγματος. Δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι πρέπει το πολιτικό πεδίο (στο οποίο άλλωστε αφορά αυτή η αντίληψη και σημαίνει τους βασικούς θεσμούς) να ιδωθεί ως αυθυπόστατο, αυτόνομο. Με άλλα λόγια, οι αξίες του πολιτικού πεδίου (βασικές ελευθερίες, ισότητα ευκαιριών κτλ.) είναι σημαντικές ανεξάρτητα από την όποια περιεκτική θεώρηση έχουν ήδη τα άτομα για την αλήθεια.

Μέχρι τώρα όμως έχει ειπωθεί μόνο το σε τί αφορά η σταθερότητα, αλλά δεν έχει ειπωθεί ακόμη ο τρόπος που εκδηλώνεται. Ο Ρώλς επισημαίνει ότι δύο είναι η εκδηλώσεις εκείνες που μας επιτρέπουν να πούμε πως μια πολιτική αντίληψη είναι σταθερή: αφενός να παράγεται ένα αίσθημα δικαιοσύνης στο κάθε πολίτη γύρω από τους πολιτικούς θεσμούς (πρόκειται για προϊόν ηθικής ψυχολογίας, δηλαδή έτσι αναμένεται ότι θα δράσουν τα άτομα όταν οι πολιτικοί τους θεσμοί είναι δίκαιοι). Αφετέρου να μπορεί η πολιτική αντίληψη να θεωρηθεί (αυτή τη φορά όχι από τα υποκείμενα αλλά από τα διάφορα περιεκτικά δόγματα) ως βάση συναίνεσης. Ο Ρώλς θεωρεί ότι όλο το πλαίσιο της ΘΔ πετυχαίνει και τα δύο αυτά.

Ο Ρώλς συνεχίζει το κεφάλαιο αντιμαχόμενος τέσσερις κριτικές που έχουν ασκηθεί ειδικά στο ζήτημα της επάλληλης συναίνεσης. Μια πρώτη κριτική αφορά στο ότι η επάλληλη συναίνεση δεν είναι παρά μια μίνιμουμ σύγκλιση σημείων με στόχο την συμβίωση, ένα modus vivendi για να διεκδικεί ο καθένας τα ατομικά του συμφέροντα στο βαθμό που δεν βλάπτει τους τρίτους. Αυτή η κριτική εστιάζει στο ότι έτσι ιδωμένη η επάλληλη συναίνεση, αποκλείει κάθε άλλη πιο περιεκτική και δεμένη έννοια (πολιτικής) ενότητας μεταξύ των ατόμων. Αυτό πράγματι θα ίσχυε, απαντάει ο Ρώλς, μόνο εάν η έννοια της πολιτικής κοινότητας σήμαινε το να έχουν τα άτομα κοινή αντίληψη για το αγαθό. Η πραγματική όμως έννοια της πολιτικής κοινότητας είναι να βρεθούν κοινοί στόχοι αναφορικά με την ιδιότητα του πολίτη  ως προσώπου (αντίληψη για το ηθικό υποκείμενο), με τις αρχές τις δικαιοσύνης και με το να ενδιαφέρονται όλα τα δόγματα για την απόδοση δικαιοσύνης στα άτομα μέσω των θεσμών (αντίληψη για ηθικά θεμέλια). Πέραν των δύο αυτών αντιλήψεων που υπάρχουν στην επάλληλη συναίνεση, τρίτο στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι αυτή δεν είναι ένα απλό modus vivendi είναι το στοιχείο της σταθερότητας, δηλαδή το ότι τα άτομα θα συνεχίζουν να υποστηρίζουν την πολιτική αντίληψη ακόμη και αν καταλάβουν ότι έχουν δύναμη ικανή για να κυριαρχήσουν έναντι όλων. Με άλλα λόγια, η συναίνεση δεν είναι ένα αναγκαίο κακό αλλά μια αναγνώριση της καθ’ εαυτής αξίας της πολιτικής αντίληψης. Και επίσης, η συναίνεση δεν είναι επιφανειακή αλλά πηγάζει από τον πυρήνα της ηθικής αντίληψης κάθε δόγματος (μεγάλο βάθος) και αφορά θεμελιώδεις ιδέες όπως του ατόμου ως ίσου και ελλόγου και της κοινωνίας ως συνεργατικού σχήματος (μεγάλο πλάτος).

Μια δεύτερη κριτική αφορά στο ότι όταν κάθε περιεκτικό δόγμα δέχεται την εδώ πολιτική αντίληψη δικαιοσύνης απλώς ως εύλογη σημαίνει ουσιαστικά να την δεχτεί ως σχετική προς την αλήθεια. Ο φόβος που εκφράζεται μέσα από αυτήν την κριτική είναι ότι υπάρχουν κάποια ζητήματα τόσο θεμελιώδη (λχ τα θρησκευτικά) στα οποία κανένα δόγμα δεν θα ανεχόταν να συμβιώνει με άλλα δόγματα έχοντας στο νου του ότι η πολιτική αντίληψη  (εν προκειμένω η ΘΔ) μπορεί να είναι απλά σχετική ως προς την αλήθεια για το ζήτημα του Θεού. Η απάντηση του Ρώλς είναι ότι αυτός ο φόβος δεν θα επαληθευτεί διότι τα εύλογα δόγματα θα απομονώσουν από μόνα τους αυτά τα αμφιλεγόμενα θέματα από το περιεχόμενο του πολιτικού διαλόγου. Αυτή η αυτοσυγκράτηση, συνεχίζει ο Ρώλς, δεν πηγάζει απλά από το φόβο ότι κάποια ζητήματα είναι αμφιλεγόμενα αλλά από το ότι αυτά τα θέματα είναι εκτός των ορίων του δημοσίου λόγου (θα αναπτυχθεί και στο κεφάλαιο 6)

Μια τρίτη κριτική αφορά στο ότι η επάλληλη συναίνεση δεν φαίνεται η ίδια να είναι περιεκτικό δόγμα. Αυτό όμως δεν είναι αναγκαίο επαναλαμβάνει ο Ρώλς. Θυμίζει ότι ο ρόλος της πολιτικής αντίληψης είναι πια τελείως διαφορετικός υπο την έννοια ότι δεν χρειάζεται να εκφράζει και μη πολιτικές αξίες που αφορούν σε άλλα κομμάτια της ζωής του ατόμου. Έτσι, η πολιτική αντίληψη (και ιδίως οι δυο αρχές της ΘΔ) εκφράζει την αναγκαία σιγουριά που απαιτούν τα άτομα για την επίτευξη του προσωπικού σχεδίου ζωής του καθενός.

Ακόμη όμως και αν υποθέταμε ότι οι πολιτικές αξίες θα έρχονταν έστω σε μερική σύγκρουση με μη πολιτικές αξίες του κάθε δόγματος, οι πολιτικές αξίες υπερτερούν. Ο λόγος είναι ότι εκφράζουν αυτό που ο Ρώλς αποκαλεί μεγάλες πολιτικές αρετές όπως η επιείκεια και η ευλογότητα, αρετές που αποτελούν την βάση για μια κοινωνική συνεργασία αμοιβαίου σεβασμού.

Μια τέταρτη και τελευταία αντίρρηση αφορά στο εάν μια τέτοια συναίνεση μπορεί να επιτευχθεί. Ο Ρώλς ξεκαθαρίζει ότι η επίτευξη της συναίνεσης θα μπορούσε να γίνει σε δύο στάδια: στο πρώτο, το οποίο ονομάζεται συνταγματική συναίνεση, τα άτομα αποδέχονται απλά τις αρχές δικαιοσύνης ενός Συντάγματος οι οποίες προσφέρουν ένα βασικό πλαίσιο δικαιωμάτων και δημοκρατικών νομοθετικών ή άλλων διαδικασιών. Αυτή η συνταγματική συναίνεση δεν είναι βαθιά αλλά ούτε και ευρεία: αφορά μόνο σε κάποιες πολιτικές διαδικασίες και δεν επιλύει διαφωνίες για το ακριβές περιεχόμενο δικαιωμάτων και ελευθεριών. Μάλιστα, ο Ρώλς δεν αποκλείει αυτή η συναίνεση να επιτευχθεί -στην αρχή- ακόμη και από ιστορικές συγκυρίες, θεωρώντας κιόλας ότι πολλοί άνθρωποι θα αρκεστούν ακόμη και σε μια χαλαρή σύνδεση μεταξύ αρχών δικαιοσύνης που κείνται στο Σύνταγμα και αξιών που ενσωματώνονται στα περιεκτικά τους δόγματα.

Έχοντας, λοιπόν, στην αρχή απλά μια συμπάθεια-ανοχή για το αγαθό που προσφέρουν αυτές οι αρχές στους ίδιους και στην κοινωνία εν γένει, τα άτομα προσχωρούν όλο και περισσότερο στις αρχές δικαιοσύνης με πολλούς τρόπους αλλά βασικά 3: πρώτον, παγιοποιούν την ισχύ βασικών δικαιωμάτων. Με δεδομένη κιόλας την ύπαρξη της εύλογης πολλαπλότητας, οι συνταγματικές αρχές παρέχουν αρκετές εγγυήσεις ώστε οι βασικοί κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού (δικαιώματα, ελευθερίες) να μην τίθενται εν αμφιβόλω (κάτι που είναι και αιτία συχνών προστριβών).

Δεύτερον, οι αρχές αυτές φαίνεται να μπορούν να υποστηριχθούν από τους συνηθισμένους κανόνες του δημοσίου λόγου (υπενθυμίζεται ότι όσο βρισκόμαστε εντός του πρώτου/συνταγματικού σταδίου οι αξίες αυτές του δημοσίου λόγου είναι πιο περιορισμένες από ότι είναι στην επάλληλη συναίνεση). Αυτοί οι κανόνες είναι εντός του κοινού νου και αυτό βοηθά στην απλή πλην όμως εύλογη επιχειρηματολογία των αρχών.

Τρίτον, η συνταγματική αναφορά σε αρχές είναι κοντά στην ηθική ψυχολογία. Όσο οι αρχές εξασφαλίζουν ότι οι θεσμοί είναι δίκαιοι τόσο ωθούν τα άτομα να πράττουν σύμφωνα με το ρόλο που αρμόζει. Όσο, δε, γίνεται αυτό  συμβαίνουν δυο πράγματα: αφενός αναπτύσσεται εμπιστοσύνη ανάμεσα στα άτομα ότι ο καθένας θα ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, αφετέρου αναπτύσσεται εμπιστοσύνη απέναντι στους θεσμούς αφού τα άτομα είναι όλο και πιο πρόθυμα να τους τηρήσουν. Καταληκτικά, το πρώτο στάδιο (συνταγματική συναίνεση) εκκινεί απλά ως μηχανισμός modus vivendi που επιτρέπει στα μέρη να συναινούν/ ανέχονται κάποιες βασικές δημοκρατικές διαδικασίες και στη συνέχεια και σταδιακά αναπτύσσεσαι σε πιο ουσιαστική συναίνεση.

Πλέον έχουμε φτάσει στην αρχή της δεύτερης φάσης συναίνεσης, που είναι το στάδιο της επάλληλης συναίνεσης. Η μεγάλη διάφορα αφορά στο ότι αλλάζει άρδην και το εύρος και το βάθος της συναίνεσης: αναφορικά με το βάθος, η επάλληλη συναίνεση αφορά πλέον σε μια συναίνεση επί θεμελιωδέστερων αρχών όπως αυτές του ατόμου και της κοινωνίας ως συνεργατικού σχήματος. Όσον αφορά το εύρος, η επάλληλη συναίνεση δεν αφορά πια κάποιες βασικές πολιτικές διαδικασίες ή δικαιώματα αλλά πιο ουσιαστικά δικαιώματα και ελευθερίες όπως της έκφρασης ή της συνείδησης (η πολιτική αντίληψη στην επάλληλη συναίνεση εδραιώνεται ως ηθική αντίληψη). Πρέπει να ειπωθεί και κάτι άλλο για την φύση των δογμάτων που αφορά σε όλη τη διαδικασία της συναίνεσης: στο στάδιο της συνταγματικής συναίνεσης υποτέθηκε ότι τα δόγματα είναι μεν περιεκτικά αλλά ταυτόχρονα και αρκετά ελεύθερα ώστε να επιτρέπουν μια   ανεξάρτητη πολιτική προσέγγιση των πραγμάτων. Στο στάδιο της επάλληλης υποθέτουμε και κάτι ακόμη για τα δόγματα: αυτά πρέπει προφανώς να κινούνται σε έναν χώρο όσο γίνεται πιο φιλελεύθερο ώστε τα ιδιαίτερα συμφέροντα που υπερασπίζονται αλλά και οι ιδέες που έχουν το άτομο και την κοινωνία να μπορούν να υποστηρίξουν τις αρχές της δικαιοσύνης ως ακριβοδικίας. Σε κάθε άλλη περίπτωση όπου οι αποκλίσεις είναι μεγάλες, δεν επιτυγχάνεται επάλληλη συναίνεση.

Κάτι τελευταίο: η επάλληλη συναίνεση δεν είναι συμβιβασμός αλλά είναι η ολότητα των λόγων κάθε περιεκτικού δόγματος (το κάθε ένα δόγμα την αιτιολογεί διαφορετικά). Η επίτευξη της επάλληλης συναίνεσης είναι η απόδειξη ότι μπορεί να υπάρξει ένα δίκαιο συνταγματικό καθεστώς.

 

Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ