ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

Λήψη υλικού σε pdf
 

Το αγαθό της δικαιοσύνης

Το πρόβλημα του τελευταίου κεφαλαίου του βιβλίου αφορά στο εάν η εδώ θεωρία από τη μία πλευρά και η θεωρία του αγαθού ως ορθολογικότητα μπορούν να είναι σε σύμπνοια. Με άλλα λόγια, στο εάν οι αρχές της δικαιοσύνης και οι αρχές της ορθολογικής επιλογής μπορούν να συνταιριάσουν. Λύνοντας αυτό λύνεται και σ’ ένα μεγάλο μέρος το πρόβλημα σταθερότητας γιατί μόνο η θετική απάντηση στην σύμπνοια θα μας εξασφαλίσει ότι τα μέρη θα διατηρήσουν το αίσθημα δικαιοσύνης απέναντι στους θεσμούς.

Η πρώτη σημαντική παρατήρηση αφορά στο ότι το αίσθημα δικαιοσύνης δεν είναι διαμορφωμένο ως απλή ψυχολογική παρόρμηση αλλά ως εξελικτική διαδικασία η οποία φτάνει ως την ηθική των αρχών. Έτσι, το αίσθημα δικαιοσύνης δεν είναι μια εξαναγκαστική κατήχηση ούτε επιβάλλεται από κάποιο κέντρο εξουσίας προς διατήρηση των συμφερόντων κάποιων αλλά  κάθε στάδιο έχει στενή συνάφεια με την δημόσια αντίληψη δικαιοσύνης όπως αυτή προέκυψε από την πρωταρχική θέση. Όλα αυτά δηλώνουν κάτι σημαντικό: ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται το αίσθημα δικαιοσύνης, δεν βασίζεται σε κάποια παράδοση ή αυθεντία αλλά σέβεται την αυτονομία του ατόμου, είναι λοιπόν γνήσια καντιανός με αυτήν την έννοια.

Στην αντίληψη λοιπόν του αγαθού, αντικειμενικότητα και αυτονομία είναι ένα. Αυτό άλλωστε προκύπτει ότι οι θεσμοί που παρέχουν ηθική διαπαιδαγώγηση έχουν διαμορφωθεί από αρχές που επελέγησαν μεν ελευθέρως αλλά όλα τα έλλογα όντα θα τις επέλεγαν ξανά. Η πρωταρχική θέση μας επιτρέπει να έχουμε μια τέτοια αντικειμενική οπτική. Η αντικειμενικοποιημένη αυτή οπτική που σκοπίμως δημιουργείται, επιτρέπει την απλούστευση των πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων. Έτσι, τα θεμέλια της κοινωνικότητας δένουν και οι πιθανότητες σύγκλισης των διαφωνιών αυξάνονται ακόμη και αν οι δυο αρχές σημαίνουν σε ένα βαθμό τον περιορισμό των ατομικών μας αξιώσεων.

Η εδώ θεωρία δεν στηρίζεται ούτε κατ’ ελάχιστο σε αρεταϊκές ιδιότητες των ατόμων. Ενώ μπορεί πράγματι να έχουν έναν δευτερεύοντα επιτελεστικό ρόλο, θέλουν προσοχή γιατί μπορεί να πάρουν οποιοδήποτε περιεχόμενο (λχ και ένας δικτάτορας θα μπορούσε να έχει τέτοιες). Καταληκτικά, μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την ποιότητα των ηθικών μας συναισθημάτων αν κανείς σκεφτεί ότι εκπορεύονται από τις αρχές της πρωταρχικής θέσης.

Ο Ρώλς έρχεται σε επόμενο στάδιο να προλάβει μια κριτική στην συμβολαιϊκή θεωρία: μήπως το συμβόλαιο δεν ασχολείται με την ουσιαστική ορθότητα των αρχών αλλά απλώς φροντίζει να εξισορροπήσουν μεταξύ τους τα ιδιωτικά συμφέροντα; Η απάντηση είναι ότι η κοινωνικότητα δεν νοείται κατά τρόπο τετριμμένο στην εδώ θεωρία. Τα άτομα, παρά τις ατομικές τους επιδιώξεις, θεωρούν τους κοινούς θεσμούς τους ως αυτοσκοπούς. Κατά το πρότυπο του Humboldt, η ιδιαίτερες ικανότητες καθενός μεταδίνονται σε όλους χάριν στο σχήμα της κοινωνικής συνεργασίας.

Εν τέλει, το σχήμα που προκύπτει από τις 2 αρχές είναι το σχήμα μιας ένωσης κοινωνικής που έχει τα χαρακτηριστικά, θα έλεγε ο Ρώλς, ενός παιχνιδιού: πρώτον υπάρχουν κανόνες, δεύτερον ο κάθε παίκτης έχει το δικό του σκοπό αλλά τρίτον όλοι πρέπει να παίξουν δίκαια για να απολαύσουν το παιχνίδι. Έτσι και η εδώ θεωρία όχι απλά δεν θίγει αλλά αυξάνει την Καντιανή αυτονομία (ίσο και έλλογο άτομο) αφήνοντας τα άτομα να επιδιώξουν το ατομικό καλό τηρώντας όμως κοινές αρχές. Δηλαδή εντός του ευρύτερου (κοινού) σχεδίου που είναι απλά και μόνο οι 2 αρχές, ο καθένας καταστρώνει το μερικό (ατομικό) σχέδιο ζωής του. Η δημόσια αυτή πραγμάτωση της δικαιοσύνης, επιτρέπει και την ποικίλη ζωή των ενώσεων. Τέλος, αυτή μας η ανάγκη να προσβλέπουμε στην συνδρομή και στη δημιουργικότητα των άλλων, αποκλείει και το ενδεχόμενο να καταστούν κάποιοι απλώς υπόδουλοι άλλων.

Σε επόμενο στάδιο, ο Ρώλς θυμίζει ότι ήδη στην πρωταρχική θέση η ορθολογικότητα των μερών έχει αποκλείσει την πιθανότητα φθόνου. Όμως το ζήτημα που σκοπεύει να ερευνήσει τώρα ο Ρώλς αφορά στο κατά πόσο μπορεί να δημιουργηθεί φθόνος σε χρόνο ύστερο των δύο αρχών. Ο φθόνος που έχει κατά νου δεν είναι σαν ένα είδος ζηλοτυπίας (τον αποκαλεί ειδικό) αλλά εκείνος ο φθόνος (με μία μορφή εχθρότητας) που μπορεί να προκληθεί στους λιγότερο ευνοημένους από την αρχή της διαφοράς και τις μικροδιαφορές που επιτρέπει λχ στην ποσότητα των πρωταρχικών αγαθών που απολαμβάνουν οι πιο χαρισματικοί.  Ο Ρώλς εφιστά προσοχή στο ότι ο φθόνος δεν είναι ηθικό συναίσθημα αλλά μπορεί να γίνει (και τότε θα ονομάζεται αγανάκτηση) εάν και εφόσον αλλάξει η αιτία του, η γένεση του: δεν θα είναι πια απλά το ότι οι άλλοι είναι καλύτεροι αλλά το ότι οι θεσμοί είναι άδικοι. Μπορεί ποτέ η εδώ θεωρία να προκαλέσει τέτοιο συγγνωστό φθόνο;

Σε πρωτη φάση, αναλύονται οι βασικές προϋποθεσεις που ευδοκιμεί ο γενικός φθόνος: Πρώτον, το ατομο νιώθει ανασφαλή ή γενικά ανίκανο να εκτελέσει το σχέδιο ζωής του. Δεύτερον, νιώθει οτι αυτη η ανικανότητα ειναι αισθητή στους τρίτους και προκαλεί μια διαθεση χλεύης. Τρίτον, θεωρει οτι η κοινωνικη του θεση δεν του επιτρέπει να αλλάξει την κατάσταση αυτη.

Σε δεύτερη φαση, ο Ρωλς εξηγεί γιατι η έσω θεωρια δεν επιτρέπει σε καμια απο τις 3 προϋποθεσεις να αναπτυχθούν: πρώτον, η εδω θεωρια θέτει στο πυρήνα το ζήτημα του αυτοσεβασμού. Κανεις δεν θεωρείται αξιότεροι επειδη ειναι πνευματικά ή ηθικά αρτιοτερος. Δεύτερον, οι όποιες ανισότητες επιτρέπονται απο την δεύτερη αρχη ειναι μικρες και δεν προκαλούν την προσοχή. Οι περισσοτερο ευνοημένοι τιμούν τα φυσικα καθήκοντα και δεν χλευάζουν. Τρίτον, ο Ρωλς πιστεύει οτι υπάρχουν πιο εποικοδομητικοι δρόμοι στην διαδικασία εκτόνωσης του φθόνου. Άλλωστε ακομη και η ισότητα που αυτη η θεωρια υποστηρίζει, προέρχεται απο αρχές που θα δέχονταν τα μέρη σε μια πρωταρχική θεση και δύσκολα θα παρήγαγε φθόνο. Οπως επίσης δύσκολα μπορει να πει κανεις οτι η εδω θεωρια στηρίζεται στη παραδοχή οτι τα μέρη διακατέχονται απο φθόνο οπως ακριβώς κανει ο Freud ο οποιος εξηγεί την ισότητα ακριβώς ως αντιστάθμισμα αυτής της τάσης για φθόνο και ζήλιας.

Ο Ρώλς πλέον περναει στην αναλυση ενός ακομη ζητήματος, αυτού της προτεραιότητας της ελευθερίας, ετσι οπως αποτυπώνεται με την προτεραιότητα της πρώτης αρχης. Προηγούμενως στο βιβλιο απλα αναφέρθηκε σε αυτην την προτεραιότητα αλλα τωρα θα αναφερθεί και στους λόγους.

Ο βασικός λόγος ειναι οτι στην πρωταρχική θεση, τα μέρη επιθυμούν να εξασφαλίσουν τα οποια ειδικα συμφέροντα θα μάθουν οτι έχουν μετα την άρση του πέπλου. Η στράτευση τους στα συμφέροντα αυτα οδηγεί στην αναγνώριση της προτεραιότητας των βασικών ελευθεριών. Επισης, η ίση πρόσβαση σε ελευθερίες ειναι η ουσία του υπέρτατου αγαθού του αυτοσεβασμού: με αλλα λόγια, ο αυτοσεβασμός δεν νοείται ως μια διαδικασία όπου κάποιος κρίνεται με βαση το εισόδημα του ή την κοινωνικη του θεση. Αντιθέτως, αυτοσεβασμός ειναι προπαντώς η (δημόσια) αναγνώριση της ισότητας των υποκειμένων και αυτη η αναγνώριση γινεται ως επι το πλείστον με διανομή ίσων δικαιωμάτων. 

Εν τελει, παρα τις οποίες ανισότητες, η πρωτοκαθεδρία της ελευθερίας επιτρέπει μια κοινωνικη ένωση που δεν γίνονται με όρους ανταγωνισμού αλλα ίσου σεβασμού.

Ο Ρωλς τωρα περναει σε ενα αλλο επιπεδο, μιλώντας για το σημασια του ζητήματος της ευτυχίας. Η εννοια εχει διπλή σημασια:αφενός, την εκπλήρωση του σχεδίου ζωής καθενός. Θεωρείται οτι το σχέδιο αυτό εχει διαμορφωθεί υπο τις αρχές της ορθολογικότητας που έχουν ηδη εξηγηθεί. Αφετέρου, σημαίνει την πεποίθηση οτι αυτο το σχέδιο θα εκπληρωθεί με βεβαιότητα. Θεωρείται παλι δεδομένο οτι η βεβαιότητα δεν ειναι προϊόν απάτης ή πλάνης.

Περαιτέρω, ο Ρωλς θυμίζει οτι η ευτυχία εχει κάποια χαρακτηριστικά (τα δανείζεται απο Αριστοτέλη): πρώτον, ειναι αυτοτελής, δηλαδη η επιδίωξη του σχεδίου ζωής στο σύνολο ειναι καθ' εαυτή μια αξία. Δεύτερον, ειναι αυτάρκης, δηλαδη η εκπλήρωση του σχεδίου δημιουργεί μια ευτυχία πλήρη.

Τωρα, ο Ρωλς επιστρέφει στην αναλυση κάποιων πτυχών της ορθολογικότητας. Εχει ηδη εξηγήσει οτι οταν εννοεί ορθολογικό σχέδιο ζωής εννοεί οτι περιλαμβάνει και τους περιορισμούς απο την πλήρη θεωρία του αγαθού. Οπως επισης εχει επισημάνει οτι μερος της διαδικασίας της ορθολογικότητας ειναι η επιλογή απο εναλλακτικές (διαβουλευτική ορθολογικότητα). Τωρα πλέον περνά στην αναλυση μιας μεθόδου επεξήγησης του τι ακριβώς επιδιώκουμε και γιατι (την ονομάζει αναλυση στόχων). Στόχος του ειναι να φτάνουμε με όλο και μεγαλύτερη ασφαλεια στις σωστές επιλογές για την προαγωγή της ευτυχίας.

Για να πετύχουμε την καλύτερη δυνατή ιεράρχηση θα αρκούσε κατα τον Ρωλς να υιοθετούν τα άτομα μια γενικώς εφαρμόσιμη και εγγυημένη μέθοδο η οποια θα ακολουθούσε την θεωρια του δεσπόζοντος στόχου: ενα στόχος που πρωτεύει και ολοι οι αλλοι να έπονται. Το ζήτημα ειναι ποια ειναι αυτη η μέθοδος και τι μπορει να ορισθεί ως τέτοιος στόχος. 

Αναφορικα με το ποιος μπορει να ειναι ο δεσπόζων στόχος, ο Ρώλς κανει μια κατ' αρχήν αρνητικη διατύπωση: δεν μπορει να ειναι ουτε κατι θολό, αμφίσημο οπως το να πράττουμε σύμφωνα με τη βούληση του Θεου αλλα ουτε κατι εξω απο τον ανθρωπο, αντικειμενικό οπως λχ ο πλούτος, η πολιτική εξουσία.

Σε επόμενο στάδιο, ο Ρωλς συλλογίζεται επι του εαν η ηδονή ως ποιότητα αίσθησης θα μπορούσε να ειναι ο δεσπόζων στόχος ( ο ηδονισμός ειναι "σύμπτωμα" τελολογικων θεωριών επειδη ακριβώς αυτές ειναι που ψάχνουν τρόπους σύγκρισης πραγμάτων με σκοπό την μεγιστοποίηση ενός αγαθού). Αυτο που φαινεται ως Το κατ αρχήν πλεονέκτημα, το οτι μπορει δηλαδη να προσφέρει ενα κοινό μετρο σύγκρισης όλων των πραγμάτων, που αφορα ακριβώς στη μεγιστοποίηση του αισθήματος ηδονής, ειναι εν τελει απροσφορο. Και αυτο διοτι δεν μας προσφέρει ενα σαφές κριτήριο διαβουλευτικης ορθολογικότητας (λχ θα επιλέγουμε γω σύντομη αλλα έντονη ηδονή ή το αντιθετο;). Επισης, η ηδονή δεν αποφεύγει ουτε τον δογματισμό και την βαρβαρότητα ενός αντικειμενικού δεσπόζοντος σκοπού (οπως λχ ο πλούτος που αναφέρθηκε και ανωτέρω).

Είναι πλέον σαφές ότι η θεωρία του δεσπόζοντος σκοπού δεν ωφελεί σε κανένα σημείο της την διαβουλευτική ορθολογικότητα. Αντιθέτως ο Ρωλς πιστεύει ότι η εδώ θεωρία δίνει η ίδια τις λύσεις στα διάφορα προβλήματα. Πιο ειδικά, ήδη από τις δυο αρχές ξέρουμε ότι το ορθολογικό σχέδιο ζωής δεν είναι παρά ένα υποσχέδιο του ευρύτερου σχεδίου της κοινωνικής ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι εν τέλει οι εναλλακτικές για το δικό μας σχέδιο δεν ειναι άπειρες. Εν τέλει, χάρη στην πρωτοκαθεδρία του ορθού, η μερική απροσδιοριστία του αγαθού δεν προβληματίζει. 

Άρα κλείνοντας αυτό το ειδικό ζήτημα, είναι πλέον φανερό ότι η θεωρία του δεσπόζοντος λόγου είναι περιττή για μια δεοντοκρατική θεωρία. Αυτή δεν επιχειρεί όπως η εδώ θεωρία να ορίζει το αγαθό και υστέρα το ορθό ως μεγιστοποίηση του πρώτου.  Η εδώ θεωρία δεν έχει ανάγκη από κάτι τέτοιο αφού ήδη οι αρχές δημιουργούν πρότυπα συμπεριφοράς (ακόμη και αν αυτά δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να προφέρουν ασαφή όρια συμπεριφοράς).

Ο Ρώλς επιστρέφει πλέον στο αρχικό ερώτημα του κεφαλαίου, στο εάν δηλαδή το αγαθό και η δικαιοσύνη βρίσκονται –ως έννοιες- σε αρμονία. Η θετική απάντηση είναι θεμελιώδης για το ζήτημα της σταθερότητας. Το ζήτημα είναι επομένως να αποδειχθεί ότι οι (ορθολογικά επιλεγμένες) 2 αρχές είναι μέρος της (ορθολογικά οργανωμένης υπό την ισχνή θεωρία) ατομικής θεωρίας περί αγαθού. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε ένα άτομο να θεωρήσει εκούσια τις 2 αρχές ως αναγκαίο  μέρος του ατομικού σχεδίου ζωής του; Θα μπορούσε να το αγνοήσει από την επίδραση κάποιων λχ μη τελικών, συνειδητών επιθυμιών;

Ο Ρώλς θεωρεί πως ναι. Η ορθολογικότητα της διαδικασίας επιλογής των δύο αρχών είναι τέτοια ώστε εν τέλει θα επηρεάσει τον τρόπο που σκεφτόμαστε το αγαθό. Πιο ειδικά, θα επηρεάσει και την τυχόν ροπή μας να δράσουμε ως λαθρεπιβάτες αλλά και την ροπή μας να πριμοδοτούμε φίλους και συγγενικά πρόσωπα. Επίσης, οι δύο αρχές εκμεταλλεύονται και την αριστοτελική αρχή, αποδεικνύοντας ότι μόνο εντός ενός συνεργατικού σχήματος (όπου ο καθένας θα αναπτύσσει ελεύθερα τις  ικανότητές του) μπορούμε να αποκτήσουμε μια μεγιστοποιημένη αντίληψη αγαθού. Τέλος, οι δύο αρχές είναι οι μόνες που συλλαμβάνουν στην ουσία τους την καντιανή μας φύση ως έλλογα και ίσα άτομα, μια φύση που από μόνη της μας παρακινεί να πράττουμε δίκαια.

Το ζήτημα όμως δεν είναι εάν η εδώ θεωρία παρέχει λόγους ώστε το αγαθό να ενσωματώνει το ορθό. Το ζήτημα είναι εάν αυτοί οι λόγοι είναι αποφασιστικοί, μπορούν δηλαδή να λειτουργήσουν ως ισχυρά κριτήρια.

Και εδώ η απάντηση είναι θετική για τον Ρώλς. Η φύση μας ως έλλογα και ίσα όντα μας οδηγεί στο να θέτουμε στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο αξιολόγησης τη διατήρηση και προώθηση του αισθήματος δικαιοσύνης και έτσι να πράττουμε κατά τρόπο που είναι σύμφωνο με αυτό το αίσθημα. Αυτό το αίσθημα δεν μπορεί να ζυγιασθεί με καμία επιθυμία γιατί αυτό είναι η ουσία του κάθε ανθρώπου. Όσο δε για το πραγματικό γεγονός του ότι πράγματι κάποιοι δεν θα δεχτούν τις 2 αρχές, ο Ρώλς θυμίζει ότι γι’ αυτούς υπάρχουν ποινικοί μηχανισμοί. Η ύπαρξη τους δεν πρέπει να προβληματίζει αφού οι αρχές είναι συλλογικά ορθολογικές. Ομοίως ορθολογική θα είναι επομένως και ο όποιος περιορισμός της ιδιοτέλειας. Άλλωστε, η εφαρμογή ποινικών μέτρων θα πρέπει να θεωρείται σπάνια αφού η πλειοψηφία θα αναγνωρίζει την σημασία της αμοιβαίας συνεργασίας εντός μιας κοινωνίας που το αγαθό συνεχίσει να θεωρείται κατ’ εξοχήν ατομική υπόθεση.

Ο Ρώλς πλέον κάνει κάποιες καταληκτικές επισημάνσεις για το σύνολο της θεωρίας. Δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι οι αρχές της θεωρίας του είναι με κάποιον τρόπο φυσικές αλλά ότι απλά προκύπτουν συγκυριακά, δηλαδή από μια θέση (την πρωταρχική) της οποίας ίδιον είναι τα περιορισμένα γενικά δεδομένα. Για την ρωλσιανή θεωρία δεν υπάρχουν κάποιες πρώτες αρχές απαραβίαστες όπως κάνουν θεωρίες όπως ο καρτεσιανισμός.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αρχές ή οι όροι που τις ακολουθούν είναι ηθικά ουδέτεροι . Απλά σημαίνει ότι δεν έχει κάποια αυτοδύναμη ηθικότητα, ότι προκύπτουν όλα μέσα από τις έγκριτες πεποιθήσεις μας.

Ο Ρώλς αναγνωρίζει τα σημεία στα οποία θα μπορούσε να σταθεί μια κριτική. Πρώτον, το ότι θεωρεί δεδομένη μια συμφωνία, και δεύτερον (ειδικότερα) ότι θα βρεθεί μια συμφωνία έγκριτων πεποιθήσεων ως προς το ποιοι είναι οι εύλογοι όροι της κοινωνικής συνύπαρξης. Ο Ρώλς δεν το θεωρεί λάθος. Η διαφωνία δεν είναι πρόβλημα αλλά μια ευκαιρία να συμφωνήσουμε πάνω σε λογικές προκείμενες. Όσο δε, για την συμφωνία επί τη βάσει μιας μόνο αντίληψης δικαιοσύνης, ο Ρώλς παραδέχεται ότι η θεωρία του δεν είναι πλήρης όμως μπορεί να χαρακτηρισθεί βάσιμα πιο επαρκής από άλλες.

Άλλωστε, στόχος της ηθικής φιλοσοφίας είναι να επεκτείνει το φάσμα της δυνατής συναίνεσης με εκλέπτυνση των ηθικών εννοιών. Η εδώ θεωρία επιχειρεί να προσφέρει όρους εύλογους. Λχ η δημοσιότητα είναι σαφής ως προς το αμοιβαίο όφελος που προσφέρει στα μέρη. Και γενικά, η φύση των όρων είναι μινιμαλιστική, ώστε να απαιτούνται ελάχιστα από τα μέρη και ταυτόχρονα όσα προστάζει η ορθολογική επιλογή.

Ο Ρώλς προλαβαίνει και κάποιες κριτικές γύρω από τη φύση του συμβολαίου. Η πρώτη αφορά στο εάν η συμβολαιϊκή αντίληψη είναι ατομιστική. Ο Ρώλς θυμίζει ότι το καντιανό μοτίβο του ίσου και ελεύθερου όντος επανέρχεται συνεχώς. Αλλά και η προσταγή του να μην χρησιμοποιείται κανείς ως μέσο. Άλλη κριτική μπορεί να είναι το κατά πόσο η εδώ θεωρία παραμένει ουδέτερη. Είναι σαφές ότι στην πρωταρχική θέση τα μέρη αποφασίζουν με γνώμονα το δικό τους συμφέρον. Δεν τους παρέχεται κανένα ηθικό κίνητρο ενώ το πέπλο δεν είναι παρά ένα τυπικό ηθικό στοιχείο. Τρίτη κριτική θα μπορούσε να είναι ότι η εδώ θεωρία ναι μεν δέχεται την συνδρομή ενός αισθήματος δικαιοσύνης, δεν φαίνεται όμως να απαιτείται από τα άτομα να αναγνωρίζουν μια εγγενή αξία στον άνθρωπο. Η απάντηση είναι ότι αυτό δεν συμβαίνει γιατί η λεξικογραφική προτεραιότητα της πρώτης αρχής απηχεί ακριβώς αυτήν την αξία του ατόμου που και για τον Κάντ ήταν ανεκτίμητη.

 

Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ