ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

Λήψη υλικού σε pdf
 
 
    Το αίσθημα δικαιοσύνης
 

Στο κεφάλαιο αυτό ο Ρώλς εκκινεί από τον ορισμό της ευτεταγμένης κοινωνίας που διατρέχει ως όρος όλο το βιβλίο και έχει την έννοια εκείνης της κοινωνίας στην οποία τα μέρη έχουν μια δημόσια αντίληψη δικαιοσύνης: δηλαδή όλοι δέχονται τις ίδιες αρχές δικαιοσύνης και όλοι ξέρουν ότι τις σέβονται. Η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία έχει τέτοιες προϋποθέσεις, με την έννοια ότι συμφωνείται ως δημόσια.

Πλην της δημοσιότητας, η αντίληψη δικαιοσύνης σε μια ευτεταγμένη κοινωνία έχει και το χαρακτηριστικό της σταθερότητας, δηλαδή παράγει το αίσθημα δικαιοσύνης στα άτομα τα οποία λόγω αυτού του αισθήματος θέλουν να σέβονται και να διατηρούν τους δίκαιους θεσμούς (ακόμη και αν η σταθερότητα ιδωθεί ως ψυχολογικός λόγος, είναι λογικό τα άτομα να οι άνθρωποι θέλουν να σέβονται τους θεσμούς εάν όντως είναι δίκαιοι). Ο βαθμός παραγωγής του αισθήματος δικαιοσύνης διαφέρει σε ένταση από μια αντίληψη δικαιοσύνης σε μια άλλο. Κατά τον Ρώλς, η εδώ θεωρία μπορεί να παράγει το μέγιστο αίσθημα δικαιοσύνης και άρα τη μέγιστη σταθερότητα. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, η σταθερότητα (και η ισορροπία που θα εξηγηθεί κατωτέρω) αφορούν τη βασική διάρθρωση.

Ο Ρώλς θα περιγράψει την σταθερότητα μιας αντίληψης δικαιοσύνης σαν ένα σύστημα σε κατάσταση ισορροπίας. Στο σύστημα επιδρούν εξωτερικές δυνάμεις που μπορούν να επηρεάσουν την ισορροπία αυτή, αλλά σταθερότητα σημαίνει ότι τελικά οι εσωτερικές δυνάμεις (με πρώτο και κύριο το αίσθημα δικαιοσύνης) είτε δεν αποδυναμώνονται είτε καταφέρνουν γρήγορα να αποκαταστήσουν την ισορροπία που διατάραξαν κάποιοι εξωτερικοί λόγοι.

Το αίσθημα δικαιοσύνης δεν είναι παρά ένα ηθικό συναίσθημα και επομένως ο Ρώλς αναλύει το πώς αυτά διαμορφώνονται. Αφενός υπάρχει η θεωρία του εμπειρισμού (ομοιότητες με την οποία έχει και η θεωρία του Freud) την οποία αποδέχονται οι ωφελιμιστές και της οποίας βασική θέση είναι ότι τα άτομα μπορούν να μάθουν να πράττουν το καλό (ότι ωφελεί όλους με βάση των ωφελιμισμό) μόνο υπό ένα σύστημα αμοιβών/ ποινών (και μάλιστα αυτή η ηθική αγωγή –από γονείς ή όσους ασκούν παρόμοια εξουσία- πρέπει να γίνεται σε μικρή ηλικία). Αφετέρου, υπάρχει η θεωρία που εκπροσωπείται από Καντ/ Ρουσσώ και (σύγχρονα) Piaget και με βάση την οποία δεν απαιτείται η ανάπτυξη κινήτρων αλλά μόνο η ανάπτυξη διανοητικών και συναισθηματικών ικανοτήτων (η πλήρης ηθική ανάπτυξη περιμένει μέχρι το χρόνο ωριμότητας). Αυτά από μόνα τους οδηγούν έμφυτα στην συμπάθεια μας προς τους άλλους και στον σεβασμό προς όρους συνεργασίας.

Η ηθική ανάπτυξη στην εδώ θεωρία είναι μια αντίληψη 3 σταδίων (ηθική της αυθεντίας, ηθική του συνεταιρίζεσθαι και ηθική των αρχών) που δανείζεται στοιχεία από τους Piaget και McDougall αλλά που δεν παραγνωρίζει τη σημασία της αγωγής.

Το πρώτο (και πρώιμο στη ζωή) στάδιο της ηθικής ανάπτυξης, η ηθική αυθεντία, προϋποθέτει αφενός ότι το αίσθημα δικαιοσύνης το αποκτούμε σταδιακά μεγαλώνοντας και αφετέρου ότι υφίσταται μια μορφή οικογένειας εντός της οποίας τα παιδιά υπάγονται στη νόμιμη εξουσία των γονέων. Στο πρώιμο αυτό στάδιο ζωής, το παιδί απλά δέχεται εντολές, δεν μπορεί να τις αξιολογήσει (προϋποθέτουμε ότι αυτές είναι ορθολογικές αφού είμαστε εντός μιας ευτεταγμένης κοινωνίας). Οι γονείς αγαπούν το παιδί και το παιδί μαθαίνει να τους αγαπά λόγω αυτής ακριβώς της αγάπης (αυτός ο ψυχολογικός νόμος αναφέρεται ήδη στον Αιμίλιο και προϋποθέτει μια σειρά βημάτων όπως λχ ότι το παιδί πρώτα αντιλαμβάνεται την αγάπη, μετά την αξία του λόγω αυτής της αγάπης, μετά αποκτά εμπιστοσύνη στο ίδιο και σταδιακά αποκτά και στο στοργή προς αυτά τα άτομα, η οποία στοργή που τους δείχνει δημιουργεί και εμπιστοσύνη απέναντι τους ως πρότυπα γνώσης). Περιληπτικά, η ανάπτυξη της ηθικής αυθεντίας απαιτεί αφενός την αγάπη των γονιών ώστε να ξυπνήσει το αίσθημα της αξιοπρέπειας και ύστερα του σεβασμού, αφετέρου τα προστάγματα να είναι κατανοητά και πραγματοποιήσιμα και οι ίδιοι να τα τηρούν. Σε αυτή τη διαδικασίας, πρωταγωνιστεί η καθοδήγηση και όχι η ανταμοιβή/ τιμωρία. Το υποκείμενο αγάπης του παιδιού, είναι ο κάτοχος της αυθεντίας. Η ηθική αυτή έχει περιορισμένο αλλά θεμελιώδες ρόλο στις κοινωνικές ρυθμίσεις.

Το δεύτερο στάδιο της ηθικής ανάπτυξης, η ηθική του συνεταιρίζεσθαι, διαφέρει και ως προς τον αριθμό των ατόμων που περιλαμβάνει (μπορεί να αφορά μικρές ομάδες όπως το σχολείο και την γειτονιά μέχρι και ολόκληρη την εθνική ενότητα) και ως προς την ποιότητα των προσταγμάτων (τα οποία τώρα δεν αφορούν απλώς σε προστάγματα εξωτερικής συμπεριφοράς αλλά αφορούν σε πρότυπα συμπεριφοράς και κανόνες ηθικής για τις ενώσεις στις οποίες συμμετέχει το άτομο). Η έννοια του συνεταιρίζεσθαι είναι αφενός να αποκτούμε εμείς τα απαραίτητα εφόδια για να επιβιώνουμε στις διάφορες ομάδες στις οποίες συμμετέχουμε, αφετέρου να σεβόμαστε και τους άλλους καταλαβαίνοντας την δική τους οπτική γωνία και τις ανάγκες της ομάδας/ ένωσής τους (άρα αυτή η ηθική έχει πολλές μορφές ανάλογα με την ομάδα στην οποία ανήκουμε εκτός αν μιλάμε για την ομάδα-κοινωνία, για την ιδιότητα/ ρόλο του πολίτη όπου και εκεί υπάρχουν κοινά πρότυπα τα οποία δεν είναι άλλα από την ακεραιότητα, την αμεροληψία και την εμπιστοσύνη).  Έγινε κατανοητό ότι η ηθική του συνεταιρίζεσθαι απαιτεί ενάσκηση διανοητικών δυνατοτήτων (όπως λχ το να μπορείς να μπεις στη θέση του άλλου) και γι’ αυτό άλλωστε αναπτύσσεται σε άλλο στάδιο ζωής.

Σε αυτό το δεύτερο στάδιο ειδικό ζήτημα συζήτησης αποτελεί το πώς τα μέλη μιας ένωσης αποκτούν δεσμούς. Υπάρχει μια αναλογία με τους δεσμούς σε μια οικογένεια όπου απαιτείται αφενός σταδιακή ανάπτυξη εμπιστοσύνης και αφετέρου εκπλήρωση (από όλους αλλά ιδίως από τους παλαιότερους) των υποχρεώσεων που αναμένονται. Έτσι, και στο δεύτερο στάδιο επιβεβαιώνεται ό,τι και στο πρώτο, δηλαδή, η σημασία των ηθικών συναισθημάτων (εμπιστοσύνη, καλή πίστη, ενοχή κτλ.) για την τήρηση ορισμένων στάσεων με σκοπό την διατήρηση μιας δίκαιης ένωσης.

Το τρίτο στάδιο της ηθικής ανάπτυξης, η ηθική των αρχών είναι η εξέλιξη των συναισθημάτων του δευτέρου σταδίου. Το άτομο νιώθοντας την ωφέλεια από την λειτουργία των θεσμών εντός των οποίων επιβιώνει, τείνει να σέβεται αυτούς τους θεσμούς καθ’ εαυτούς, θέλει να πράττει έτσι ώστε να είναι ένα δίκαιο πρόσωπο. Αυτό το αίσθημα είναι το ανώτερο δυνατό και ονομάζεται αίσθημα δικαιοσύνης και εκδηλώνεται με τη διάθεση τήρησης αλλά και συντήρησης των δίκαιων θεσμών. Πλέον, αυτά στα οποία υπακούουν τα άτομα δεν είναι πρότυπα αλλά γενικές ηθικές αρχές δικαιοσύνης  (η εδώ θεωρία έχει τις 2 αρχές) οι οποίες δεν αφορούν στο πρότυπο μιας ομάδας/ ένωσης κτλ. αλλά αφορούν μια αντίληψη του ορθού. Το ηθικό αίσθημα δεν παράγεται πια από γεγονότα/ καταστάσεις αλλά από αρχές. Αυτό δεν πρέπει να μας ξενίσει διότι αφενός αυτές οι αρχές επί της ουσίας έχουν την έννοια της εξασφάλισης προαγωγής των συμφερόντων του ατόμου και, αφετέρου μέσω της καντιανής ερμηνεία των αρχών καταλαβαίνουμε ότι επιτρέπουν στα άτομα να εκδηλωθούν καλύτερα ως ίσα και έλλογα όντα. Μάλιστα, αυτό το ειδικό περιεχόμενο (το περιεχόμενο εν τέλει που δίνουν έλλογα και ίσα όντα σε μια αρχική κατάσταση) είναι και η απάντηση σε όσους ασκούν κριτική λέγοντας ότι μια τέτοια ερμηνεία του αισθήματος δικαιοσύνης είναι ανορθολογική καθώς στερείται σαφούς περιεχομένου και καθιστά το ορθό καθ’ εαυτό ως μόνο ηθικό κίνητρο.

Μετά από αυτά ο Ρώλς αναλύει διεξοδικότερα συγκεκριμένες έννοιες όπως η έννοια του ηθικού συναισθήματος (είναι μέρος της ευρύτερης έννοιας «συναίσθημα» η οποία ορίζεται ως προδιάθεση απέναντι σε άτομα ή καταστάσεις) και μάλιστα ιδίως σε παραβολή με παρόμοιες έννοιες όπως αυτή του φυσικού συναισθήματος. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι προκειμένου για ηθικά συναισθήματα, τα άτομα δεν επικαλούνται απλά μια αίσθηση φόβου, αγωνίας κτλ. αλλά μια έννοια ορθού/ αγαθού και ανάλογα με το πώς αυτή ορίζεται αποδίδεται και ένα ειδικό περιεχόμενο στο ηθικό αίσθημα (λχ θυμήσου το ειδικό περιεχόμενο μεταξύ του ηθικού συναισθήματος της αιδούς και εκείνου της ενοχής).

Αναφορικά τώρα με τις διαφορές μεταξύ ηθικών συναισθημάτων, αυτά διαφέρουν μεταξύ τους ως  προς τις ηθικές εκδηλώσεις λχ όταν ένας άνθρωπος μετανιώνει ή αισθάνεται ντροπή επιδιώκει να επανορθώσει ή παραδέχεται το λάθος και εν γένει δεν αντιδρά το ίδιο με κάποιον που λχ νιώθει θυμό με τον εαυτό του. Άλλη διαφορά αφορά στην διαφορετική αντιμετώπιση/στάση που αναμένεται από τους τρίτους (λχ περιφρόνηση στην αιδώ, αγανάκτηση στην  ενοχή).

Ένα άλλο ειδικό πρόβλημα που αναλύει ο Ρώλς είναι το ότι κάποιες φορές η σύνδεση ενός ηθικού συναισθήματος με μια φυσική στάση είναι τόσο στενή που εάν δεν υπάρχει το ηθικό αίσθημα δεν υπάρχει και η δεύτερη. Λχ όταν νιώθουμε φιλία/ στοργή κτλ. για κάποιον τότε εάν αυτός κινδυνεύσει θα νιώσουμε και φόβο. Αυτός ο φόβος λοιπόν (ο οποίος δεν είναι αμιγής αλλά εκδηλώνεται με την φυσική στάση της αγανάκτησης) είναι αδύνατον να υπάρξει εάν δεν είχαμε την ηθική εκείνη ολοκλήρωση που θα μας επέτρεπε να αισθανθούμε φιλία κτλ. Και έτι περαιτέρω, δεδομένων των παθών και των πειρασμών στη ζωή, η πιθανότητα να νιώσουμε αιδώ, ενοχή κτλ. είναι μέρος της ανθρώπινης μας φύσης καθιστώντας ταυτόχρονα και τα ηθικά συναισθήματα μέρος αυτής της φύσης.

Τελευταίο σχόλιο στο ζήτημα για τα  ηθικά συναισθήματα είναι αυτό της σύνδεσης τους με τον ορθολογισμό. Ο Ρώλς δεν αποκλείει κάποια ηθικά συναισθήματα να είναι ανορθολογικά, καταστροφικά και αυτό θα συμβαίνει κάθε φορά που μια αντίληψή μας για το ορθό και την δικαιοσύνη δεν είναι στέρεη, όταν παύει πιά να είναι εύλογη (κάτι που στην εδώ θεωρία σημαίνει ότι δεν θα συμφωνούνταν στην αρχική θέση).

Ο Ρώλς συνοψίζει υπενθυμίζοντας ότι κάθε στάδιο ηθικής ανάπτυξης υπάρχει και ένας αντίστοιχος ψυχολογικός νόμος: στο πρώτο η αγάπη για τους γονείς εφόσον αγαπούν αυτοί, στο δεύτερο η συντροφικότητα εφόσον οι άλλοι συμμορφώνονται, στο τρίτο το αίσθημα δικαιοσύνης εφόσον οι θεσμοί είναι δίκαιοι. Το γεγονός ότι στο τρίτο στάδιο, παρατηρεί ο Ρώλς, απαιτείται να κριθεί εάν οι θεσμοί είναι δίκαιοι ή όχι, είναι απόδειξη ότι είναι αναγκαία η ύπαρξη μιας κάποιας αντίληψης δικαιοσύνης και εν τέλει απόδειξη ότι μέρος της ψυχολογικής θεωρίας (τουλάχιστον το μέρος που εξηγεί το αίσθημα δικαιοσύνης) εμπεριέχει αναγκαία και ηθικές έννοιες.

Η δεύτερη παρατήρηση για τους 3 ψυχολογικούς νόμους είναι ότι αυτοί διαμορφώνουν/ επηρεάζουν το πλέγμα των τελικών σκοπών μας. Η διαμόρφωση δεν εξηγείται πάντα ορθολογικά αλλά πάντως συμβαίνει και συμβαίνει λόγω της ανταπόδοσης που θέλουμε να δείξουμε σε άλλους όταν αυτοί νοιάζονται για το καλό μας. Αυτό το αίσθημα αμοιβαιότητας που νιώθουμε συνεισφέρει τα μέγιστα στο να διατηρείται σταθερή η κοινωνική συνεργασία.

Τελικά, όλη η προηγούμενη θεωρία ηθικής ανάπτυξης εξήγησε το πώς διαμορφώνεται το αίσθημα δικαιοσύνης. Δεν πρόκειται για μια απλή έμφυτη ροπή αμοιβαιότητας, ούτε για μια απλή διαδικασία ηθικής ανάπτυξης που αποτελείται από συνεκτικά ηθικά προστάγματα (διαφορετικά κατά στάδιο) αλλά απαιτεί και μια αντίληψη θεωρίας ορθού αναφορικά με το πότε οι θεσμοί είναι δίκαιοι. Μετά από αυτά, το αίσθημα δικαιοσύνης παρουσιάζεται ως φυσική προέκταση συναισθημάτων αγάπης.

Ο Ρώλς περνάει πλέον σε ένα άλλο ζήτημα-πλεονέκτημα του αισθήματος δικαιοσύνης, αυτό της σταθερότητας της κοινωνικής συνεργασίας. Θεωρεί ότι το αίσθημα δικαιοσύνης (όπως αναλύθηκε) μας οδηγεί στο να πράττουμε ακριβοδίκαια και έτσι ενσυνείδητα δεν επιλέγουμε να δυναμιτίσουμε τις κοινωνικές σχέσεις (με το να γίνουμε λχ λαθρεπιβάτες). Οι σχέσεις φιλίας και εμπιστοσύνης που αναπτύσσονται, μαζί με την δημόσια αναγνώριση ενός αισθήματος δικαιοσύνης, μας οδηγούν στο να μην πράττουμε εις βάρος των άλλων. Μάλιστα, το αίσθημα δικαιοσύνης όχι μόνο θεμελιώνει την σταθερότητα αλλά την ανατροφοδοτεί συνεχώς καθώς όσο περισσότερο τηρούνται οι άλλοι δύο ψυχολογικοί νόμοι τόσο πιο πολύ παγιώνεται και το αίσθημα δικαιοσύνης.

Γιατί όμως η εδώ θεωρία εξηγεί καλύτερα αυτήν την αίσθηση δικαιοσύνης (και κατ’ επέκταση τη σταθερότητα) απ’ ότι θα την εξηγούσε η αρχή της ωφελιμότητας; Η απάντηση είναι ότι οι 2 αρχές είναι πιο κοντά στους βασικούς κανόνες λειτουργίας των ψυχολογικών νόμων: θέλουμε να πράττουμε ό,τι είναι για το καλό μας, θέλουμε όταν ακολουθούμε ένα ηθικό πρόσταγμα μόνο όταν ξέρουμε τους λόγους για τους οποίους το ακολουθούμε και θέλουμε τα ιδανικά των ηθικών προσταγμάτων να είναι ελκυστικά.

Μόνο η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία μας εξασφαλίζει αυτά τα δεδομένα. Μόνο αυτή μας εξασφαλίζει ότι δεν θα αγνοηθούμε από τους άλλους, ότι θα έχουμε ίση ελευθερία και, άρα, μόνο αυτή μας εξασφαλίζει ότι θα ενδυναμωθεί η αυτοεκτίμησή μας. Μόνο το δικό της ιδεώδες είναι ευκρινές. Αντίθετα, η αρχή της ωφελιμότητας δεν δημιουργεί παρά συμφέροντα κατά τόπους, κατά ομάδες και αυτό διαρρηγνύει τα δεσμά της αμοιβαιότητας (και φυσικά της αυτοεκτίμησης).   Ακόμη και ο ίδιος ο Mill φαίνεται να πιστεύει ότι το αίσθημα δικαιοσύνης πηγάζει από την αμοιβαιότητα η οποία είναι ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ αλτρουισμού και ατομικών αξιώσεων. Μάλιστα, οι δύο αρχές φαίνεται να είναι πιο κοντά στην «βιολογική εξέλιξη» του αισθήματος δικαιοσύνης, με την έννοια ότι η τήρηση απλά κάποιων υποχρεώσεων στις μεταξύ μας σχέσεις φαντάζει πιο ορθολογική απ’ ότι μια συμπεριφορά σημαντικής αυτοθυσίας (πέραν του οφειλομένου).

Ο Ρώλς πλέον έχει περάσει στο τελευταίο κομμάτι του κεφαλαίου που αφορά στη βάση της ισότητας. Αυτό το πρόβλημα επιχειρεί να δείξει το γιατί οι αρχές της δικαιοσύνης σημαίνουν κάτι για τους θεσμούς και τα άτομα αλλά δεν σημαίνουν τίποτα λχ για τα ζώα. Η απάντηση είναι ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη αναγνωρίζεται μόνο από ηθικά όντα, που είναι αυτά που διαθέτουν τις 2 αρχές και που εν τέλει συμμετέχουν στην πρωταρχική θέση. Υπο αυτήν την έννοια, η εδώ θεωρία θεμελιώνει τα δικαιώματα επί τη βάσει φυσικών ιδιοτήτων (όσοι δεν διαθέτουν τις 2 ικανότητες λογίζονται ως ελάττωμα/ στέρηση αλλά όσοι τις διαθέτουν απλά σε μικρότερο βαθμό τότε μπορεί να μετέχουν λιγότερο στα σχετικά οφέλη αλλά αυτό γίνεται πάντα με όριο την αρχή της διαφοράς. Δηλαδή οι διακυμάνσεις στις φυσικές ικανότητες αντιμετωπίζονται όπως και όλα τα άλλα φυσικά χαρίσματα) και όχι κοινωνικών κανόνων.

Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι η ισότητα δεν πρέπει να στηρίζεται σε φυσικά κατηγορήματα αλλά ότι πρέπει να ερμηνεύεται ως διαδικαστική αρχή. Αυτό σημαίνει ότι τα ανθρώπινα όσα είναι ίσα εκτός και αν υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος για να μην ισχύει αυτό. Αυτή όμως η άποψη, τόσο λόγω της αφαιρετικότητάς της όσο και λόγω του ότι δεν παρέχει κάποια εγγύηση για το ποιόν των λόγων που θα παρουσιασθούν ως περιοριστικοί της ισότητας, πάσχει ως προς το ότι θα ανεχόταν (έστω σε ακραίες περιπτώσεις) ακόμη και ένα δουλοκτητικό σύστημα, 

Εξίσου άδικη κριτική ασκούν και όσοι θεωρούν ότι η εδώ θεωρία της ισότητας καταντάει μια τελολογία, με την έννοια ότι τα δικαιώματα διανέμονται έτσι ώστε να μεγιστοποιείται ένα αγαθό. Αυτό είναι λάθος, διότι η εδώ θεωρία δεν υιοθετεί καμία θεωρία μεγιστοποίησης. Αντιθέτως μάλιστα, θεωρεί ότι ακόμη και μόνη η κατοχή (και όχι η ανάπτυξη) των δύο ικανοτήτων είναι αρκετή για να αναγνωρισθεί στο καθένα η πρόσβαση στις ίσες ελευθερίες.

Ειδικές περιπτώσεις θα μπορούσαν να επιλυθούν με περαιτέρω εξέταση (ο Ρώλς δεν τις επισημαίνει μια προς μια αλλά θυμίζει την περίπτωση των παιδιών και του πατερναλισμού που ανέπτυξε νωρίτερα στο έργο). Εν τέλει, η εδώ θεωρία κερδίζει σε απλότητα αφού με μόνη την ελάχιστη προϋπόθεση ενός αισθήματος δικαιοσύνης, όλοι αποκτούν πρόσβαση σε δικαιώματα.

Καταληκτικά, αυτή η προσέγγιση ως ισότητας ίσως να μην επιλύει πολλά προβλήματα όπως λχ την ορθή συμπεριφορά απέναντι στα ζώα. Όμως πάνω από όλα έχει μιλήσει για την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, την οποία  αναγνωρίζει με μόνη προϋπόθεση τις 2 ηθικές δυνάμεις. Αυτή η ισότητα έχει ένα περιεχόμενο βασισμένο στις δυο αρχές, δηλαδή αφενός αναγνώριση αμοιβαίου σεβασμού και αφετέρου αναγνωρίσει τυχόν ανισότητας αλλά πάντα υπο το πρίσμα μιας αρχής διαφοράς.

 

Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ