ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

Λήψη υλικού σε pdf
 
 

Το αγαθό ως ορθολογικότητα

Στην εδώ θεωρία, η έννοια του αγαθού παρουσιάζεται μόνο με την «ισχνή της έννοια» δηλαδή ως το ορθολογικό σχέδιο ζωής καθενός που εναρμονίζεται με τις αρχές του ορθού και εξασφαλίζει τα απαραίτητα για να φτάσουμε στις 2 αρχές.

Η ειδικότερη, «πλήρης» έννοια του αγαθού ως σχεδίου ζωής που διαφέρει κατά το ότι έχουν ήδη ληφθεί υπ’ όψιν ως δεδομένες οι 2 αρχές και που είναι απαραίτητη για τη καλύτερη κατανόηση του αγαθού και των κοινωνικών αξιών (και αυτό γιατί δεν πράττουμε με αγαθό τρόπο μόνο επειδή επιδιώκουμε τα πρωταρχικά αγαθά αλλά και για λόγους ψυχολογίας δηλαδή προς τους οικείους μας) είναι εκτός ενδιαφέροντος για την εδώ θεωρία.

Με την ισχνή θεωρία του αγαθού, ο Ρώλς θα προσπαθήσει να εξηγήσει γιατί τα μέρη φτάνουν να επιλέγουν τα πρωταρχικά αγαθά στη πρωταρχική θέση. Μέσα από αυτό, θα εξηγηθεί και η έννοια της ορθολογικότητας.

Για να κατανοηθεί πλήρως η έννοια της ορθολογικότητας πρέπει να δούμε το πώς αλληλοεπιδρά με τον ορισμό του αγαθού: η ορθολογικότητα διαπερνά τον ορισμό του αγαθού αφού το αγαθό ορίζεται ως οι ιδιότητες εκείνες που ορθολογικά αναμένονται (λόγω της φύσης του αντικειμένου ή από την πρακτική του χρήση) από ένα πράγμα. Ένα δεύτερο επίπεδο ερμηνείας (στάδιο το ονομάζει ο Ρώλς) του αγαθού μέσω της ορθολογικότητας αφορά στις ιδιότητες που αναμένονται ορθολογικά με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες ενός προσώπου. Εδώ δηλαδή υιοθετείται η οπτική γωνία ενός υποκειμένου. Ερωτάται πάντως (και θα απαντηθεί στη συνέχεια) εάν και οι αρετές θα μπορούσαν σε κάποιες έστω περιπτώσεις να αναμένονται –ως ορθολογικές- σε κάποιο πράγμα.

Ένα τελευταίο εισαγωγικό στοιχείο για την έννοια του αγαθού: οι λέξεις έχουν πολλές φορές μια σταθερή περιγραφική σημασία. Η λέξη αγαθό είναι μια από αυτές και το σταθερό περιγραφικό νόημα είναι ότι δηλώνει αυτό που είναι καλό να γίνει, που μας προτείνεται, που μας συμβουλεύει κάποιος να κάνουμε. Επομένως, ο εδώ ορισμός του αγαθού, όπως δηλαδή αυτός αναλύθηκε ανωτέρω σε συνάρτηση με την ορθολογικότητα, έχει το επιπρόσθετο πλεονέκτημα ότι είναι κοντά στην σταθερή περιγραφική φύση της ίδιας της λέξης «αγαθό».

Η έννοια της ορθολογικότητας καθορίζει την έννοια του αγαθού σε ένα τρίτο και τελευταίο (και πιο κρίσιμο από όλα) στάδιο, αυτό των σχεδίων ζωής. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί κάτι να είναι αγαθό με βάση ένα πράγμα (πρώτο στάδιο) αλλά ούτε γενικά να είναι καλό με βάση μια και μόνο επιθυμία/ στόχο ενός ατόμου (δεύτερο στάδιο) αλλά να είναι αγαθό με βάση ένα συνολικό σχέδιο ζωής. Όταν ο Ρώλς μιλάει για σχέδιο ζωής (μάλιστα, ορίζει την ίδια την ευτυχία ως την εκπλήρωση ενός ορθολογικού σχεδίου) αναφέρεται στο σύνολο εκείνο των σκοπών που επιδιώκει το άτομο αφού διέλθει από τη διαδικασία της διαβουλευτικής ορθολογικότητας (προσεκτική στάθμιση και αξιολόγηση της προσωπικής κατάστασης και μάλιστα σε βάθος χρόνου αλλά πάντως πάντα με όριο τις κάθε φορές διαθέσιμες πληροφορίες που έχουμε στο παρόν).

Επειδή ακριβώς οι πληροφορίες που διαθέτουμε δεν είναι πάντα ειδικές αλλά γενικές, ένα ορθολογικό σχέδιο δεν μεριμνά απλώς για την χρονική ιεράρχηση των επιθυμιών αλλά, σε ευρύτερο πλαίσιο, μεριμνά για τα πρωταρχικά αγαθά. Μετά από αυτές τις διευκρινίσεις, ορθολογικά αγαθά είναι αυτά που μπορούν και να προωθήσουν το συνολικότερο σχέδιο (αλλά και κάθε επιμέρους μικροσχέδιο χωρίς να αλλοιώνει όλη τη βασική διάρθρωση) αλλά και που έχουν την πλέον βαρύνουσα σημασία από το σύνολο των αγαθών.

Σε επόμενο στάδιο, ο Ρώλς εξηγεί στη πράξη μερικούς κανόνες ορθολογικής σκέψης που πρέπει να υπάρχουν σε ένα σχέδιο: ο κανόνας του να επιλέγουμε το πιο αποτελεσματικό μέσο ή το μέσο που μας επιτρέπει να πετύχουμε ταυτόχρονα περισσότερους στόχους (αρχή περιεκτικότητας η οποία έχει και αριστοτελική προέλευση λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι τα άτομα προτιμούν το περισσότερο επειδή σημαίνει μεγαλύτερη ανάπτυξη χαρισμάτων) ή, μεταξύ δύο ίδιων εναλλακτικών, το μέσο που είναι πιο πιθανό να συμβεί. Οι κανόνες αξιολόγησης δεν αφορούν μόνο την ιεράρχηση των μέσων αλλά και την ποιότητα των ίδιων των σκοπών (λχ σκεφτόμαστε εάν οι παροντικές μας επιδιώξεις/ επιθυμίες είναι αρκετά καλές για την κλίση μας ή γι’ αυτό που θέλουμε να γίνουμε ή εάν πρέπει να τις εγκαταλείψουμε ή εάν πρέπει να βρούμε καινούργιες).

Η διαδικασία με την οποία αξιολογείται και ποιοτικά ο κάθε σκοπός, μας φέρνει στην ιδέα της διαβουλευτικής ορθολογικότητας. Είναι η κατάσταση της πληρέστερης δυνατής αξιολόγησης (στοχασμός και όχι απερισκεψία) όλων των διαθέσιμων δεδομένων. Θεωρείται δεδομένο ότι η αξιολόγηση στηρίζεται σε αρχές όπως ότι δεν πρέπει να αλλάζουμε απόψεις από στιγμή σε στιγμή ή την αρχή ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή σαν όλον (και άρα τα σχέδια κάθε περιόδου δεν πρέπει να ανατρέπουν κάποια άλλα στο μέλλον) ή την αρχή ότι δεν πρέπει να επιδιώκουμε τα αδύνατα ή να βασιζόμαστε σε πεπλανημένες πεποιθήσεις ή την αρχή να αναβάλλουμε ό,τι όντως μπορούμε να αναβάλλουμε κτλ.. Ο χρόνος τη διαβούλευσης επί ενός σχεδίου πρέπει να είναι τόσος και τέτοιος ώστε κάθε χρόνος παραπάνω δεν θα απέφερε την ίδια σε μονάδα ποιότητας/ ποσότητας βελτίωση.  

Εν τέλει, είναι σίγουρο ότι δεν θα φτάσουμε ποτέ σε ένα τέλειο ορθολογικό σχέδιο. Αλλά όμως πρέπει να αξιοποιήσουμε όλα τα δεδομένα ώστε η απόφαση μας να αντέχει στο ψόγο, να αντέχει ακόμη και στο ενδεχόμενο να πάρουν τα πράγματα την χειρότερη τροπή. Τελικά, τόσο η πρωταρχική θέση όσο και οι αρχές της δικαιοσύνης ενσωματώνουν όλες αυτές τις αξιώσεις της διαβουλευτικής ορθολογικότητας γύρω από το ειδικό ζήτημα της ηθικής δύναμης αντίληψης του αγαθού.

Σε επόμενος στάδιο ο Ρώλς εξετάζει δύο ακόμη θέσεις αναφορικά με την πληρότητα της έννοιας του αγαθού ως ορθολογικότητα (με άλλα λόγια δεν αρκεί μόνο η θεωρητική προσέγγιση της ορθολογικότητας όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω). Η πρώτη θέση (στην οποία αναφέρεται σύντομα) αφορά σε αυτό που ονομάζει ως συμπληρωματικά αγαθά: πρόκειται για στόχους που τίθενται λόγω κάποιων έμφυτων ανθρώπινων τάσεων και οι οποίοι έχουν αναχθεί σε σταθερές κοινωνικοπολιτικές αξίες (όπως η στοργή προς τους οικείους και φίλους, η επιδίωξη της γνώσης κτλ.). Αυτοί οι στόχοι/ αγαθά δεν μπορούν και δεν πρέπει να λείπουν από τα μακροπρόθεσμα ορθολογικά σχέδια του ατόμου.

Η δεύτερη θέση αφορά σε αυτό που Ρώλς ονομάζει ως αριστοτελική αρχή, η οποία έχει την έννοια ότι τα άτομα προτιμούν εκείνες τις δραστηριότητες που διεγείρουν περισσότερες δεξιότητες τους (τις προτιμούν λχ επειδή επιτρέπουν μια εντονότερη προσωπική έκφραση, επειδή μας γεννούν μια προσδοκία μεγαλύτερης απόλαυσης ή επειδή εν τέλει παρακινούμαστε όταν βλέπουμε άλλους να έχουν αναπτύξει περισσότερες δεξιότητες). Ως αρχή μοιάζει με παραλλαγή της αρχής της περιεκτικότητας ενώ το σημαντικότερο είναι ότι πρόκειται για μια αρχή που διέπει τα κίνητρα, τον ψυχολογικό νόμο δηλαδή που εξηγεί πολλές από τις πράξεις μας. Αυτό που πρέπει να μνημονευτεί αναφορικά με την αριστοτελική αρχή είναι ότι είναι περιγραφική αλλά αξιολογικά ουδέτερη. Με άλλα λόγια, απλώς αναδεικνύει την τάση των ατόμων να επιλέγουν τις πλέον δημιουργικές (με βάση και τις κλίσεις τους και τα ενδιαφέροντά τους) δραστηριότητες χωρίς όμως να αποκλείει ή να προωθεί κάποιες έναντι κάποιων άλλων.

Τόσο η γενική θεωρία του αγαθού ως ορθολογικότητα όσο και οι δύο ειδικότερες θέσεις, διατυπώθηκαν για να φανεί ότι η εδώ θεωρία σε καμία περίπτωση δεν τα περιορίζει. Οι δύο αρχές (και οι θεσμοί που διαρθρώνονται με βάση αυτές) όχι μόνο επιτρέπουν αλλά θα πρέπει και να προσπαθούν να προωθούν ρυθμίσεις όπου τα άτομα να μην νιώθουν ανοίκεια ή βαρετά. Ιδίως δε η αριστοτελική αρχή μας ενδιαφέρει και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι συνδέεται έντονα με το στοιχείο του αυτοσεβασμού (ακόμη και αν πολύ αμφιβάλλουν για την επιστημονικότητά της και δεν θεωρούν ότι προκύπτει έλλογα από την ηθική εμπειρία ή λχ από την θεωρία της εξέλιξης).

Αφού πλέον έχει εξηγηθεί πλήρως η ισχνή θεωρία του ορθού (ο Ρώλς θεωρεί δεδομένο ότι τα πρωταρχικά αγαθά θα επιλέγονταν ως μέσα ενός ορθολογικού σχεδίου ζωής λόγω της πρόδηλης ηθικής τους αξίας) ο Ρώλς επιχειρεί σταδιακά να διαμορφώσει με βάση την ισχνή αυτή θεωρία μια πλήρη θεωρία αγαθού (αυτή διαμορφώνεται εντός ενός πλαισίου θεσμών που είναι διαμορφωμένοι με βάση τις 2 αρχές) με σκοπό να εξηγήσει ότι η εδώ θεωρία είναι κοντά στην έννοια του αγαθού προσώπου.

Βασικό συστατικό μιας πλήρους έννοιας αγαθού (η οποία και αυτή είναι ορθολογική στη προέλευση) είναι αυτό που αποκαλείται ιδιότητες ευρείας κλίμακας:  πρόκειται για στοιχεία τα οποία είναι ορθολογικό να ζητώνται από ένα αγαθό άτομο κατά την εκπλήρωση των κοινωνικών του ρόλων. Μία τέτοια περίπτωση, αναφέρει ο Ρώλς, είναι οι θεμελιώδεις ηθικές αρετές που δεν είναι παρά η (ορθολογική) τάση/ επιθυμία να πράττουμε με βάση τους περιορισμούς του ορθού (με αίσθημα δικαιοσύνης και καθήκον σεβασμού των θεσμών). Δεν πρέπει οι ηθικές αρετές να συγχέονται με φυσικά χαρίσματα αφού αυτές είναι επί της ουσίας ηθικά συναισθήματα που μας υποδεικνύουν τους περιορισμούς του ορθού. Με αυτήν την εξήγηση ολοκληρώνεται η έννοια του πλήρους αγαθού: είναι μια έννοια που κτίζει την έννοια του αγαθού ατόμου το οποίο χαρακτηρίζεται από την ηθική αξιοσύνη, δηλαδή την ιδιότητα να παρουσιάζει όλες εκείνες τις ευρείες ιδιότητες που ορθολογικά αναμένονται.

Η θεωρία του αγαθού είναι χρήσιμη και για τον χαρακτηρισμό πράξεων: αγαθοπραξία είναι η πράξη που κάνει ένα άτομο για να προωθήσει το αγαθό ενός άλλου ατόμου. Αγαθοβουλία είναι η πράξη που κάνει ένα άτομο για να βοηθήσει ένα άλλο να πράξει αυτό το αγαθό του. Πράξη πέραν του οφειλομένου είναι η αγαθοπραξία που προκαλεί ζημία ή σοβαρό κίνδυνο στο δρών υποκείμενο (αν ο κίνδυνος ή η ζημία δεν είναι μεγάλος τότε η πράξη είναι καθήκον αλληλοβοήθειας). Τέλος, η θεωρία του αγαθού είναι χρήσιμη και για τον χαρακτηρισμό ατόμων: λέμε άδικο ή αυταρχικό το άτομο που έχει κατ’ αρχήν θεμιτές επιθυμίες (ο πρώτος τον πλούτο ο δεύτερος την εξουσία) απλά η άσκησή τους γίνεται χωρίς περιορισμό. Λέμε άδικο εκείνον που μόνο κίνητρο είναι η αδικία καθ’ εαυτή, η ταπείνωση των γύρω του.

Τελευταίο σημείο του κεφαλαίου είναι να αποδειχθεί ότι με βάση την θεωρία του αγαθού όπως αυτή παρουσιάστηκε, ένα (ορθολογικό) αγαθό που θα προέκυπτε, και μάλιστα το σημαντικότερο, θα ήταν ο αυτοσεβασμός. Ο αυτοσεβασμός έχει την διττή έννοια αφενός να έχουμε πίστη, εκτίμηση στον εαυτό μας και αφετέρου να έχουμε γνώση ότι το σχέδιο ζωής μας έχει αξία. Ο αυτοσεβασμός αναδεικνύεται ως σπουδαιότερος καθώς αν αυτός ελλείπει τότε κανένα άλλο αγαθό δεν αποκτά αξία. Περαιτέρω, για να επιτευχθεί –εν τοις πράγμασι- ο αυτοσεβασμός ως αγαθό δεν απαιτείται απλά το σχέδιο να είναι εντός των δυνατοτήτων μας (πληρώντας όπως αναφέρθηκε παραπάνω την αριστοτελική αρχή) αλλά και να το σέβονται οι τρίτοι (όχι με την έννοια ότι όλοι αναγνωρίζουν ότι φτάσαμε στην ηθική τελείωση –άλλωστε η το ιδεώδες της τελείωσης δεν είναι αποδεκτή πολιτική αρχή- αλλά με την έννοια ότι απλά σέβονται τους σκοπούς μας). Επομένως, δίπλα στην έννοια του αυτοσεβασμού ως βασικού πρωταρχικού καθήκοντος είναι η έννοια του αμοιβαίου σεβασμού ως προϋπόθεση πραγματοποίησης.

Ο Ρώλς εισάγει μια περαιτέρω διάκριση: το συναίσθημα που νιώθουμε κάθε φορά που χάνουμε κάποιο αγαθό ονομάζεται μετάνοια (πχ μια χαμένη ευκαιρία για το σχέδιο ζωής). Το συναίσθημα που νιώθουμε ειδικά όταν χάνουμε μέρος του αυτοσεβασμού μας ονομάζεται αιδώς. Χάνουμε τον αυτοσεβασμό μας όταν νιώθουμε ότι εμείς οι ίδιοι ή άλλοι τρίτοι θεωρούν ότι χάσαμε μέρος της αξίας μας (αυτό λχ συμβαίνει όταν δεν έχουμε αυτό που ονομάζει ο Ρώλς ικανότητες για αριστεία όπως η φαντασία, η οξύνοια κα που είναι απαραίτητα και για την πραγμάτωση του σχεδίου ζωής αλλά και για την συνεργασία με τους άλλους. Όταν η απώλεια αξίας προέρχεται από ένα φυσικό ελάττωμα (λχ βραδύνοια) η αιδώς ονομάζεται φυσική. Όταν προέρχεται από ένα ηθικό ελάττωμα (λχ απουσία κάποιας ηθικής αρετής) τότε η αιδώς ονομάζεται ηθική. Τέλος, ενοχή είναι όχι το αίσθημα απώλειας αξίας αλλά το αίσθημα του ότι δράσαμε εμπρόθετα αντίθετα με το αίσθημα δικαιοσύνης μας (η ενοχή συνδέεται μ’ ένα σφάλμα που προκάλεσε βλάβη και όχι με έλλειψη αυτοεκτίμησης).

Το τελευταίο σημείο του κεφαλαίου αφορά στην διάφορα ανάμεσα σε ορθό και αγαθό (όπως το δεύτερο προέκυψε από την θεωρία του ισχνού και πλήρους αγαθού). 

Η πρώτη βασική διάφορα έγκειται στην ποιότητα της ορθολογικότητας που κάθε έννοια απαιτεί. Ενώ το ορθό (με την μορφή των δυο αρχών) απαιτεί να ασκήσουμε τη διαδικασία των έγκριτων επιλογών ώστε να φτάσουμε αναστοχαζόμενοι στην καταλληλότητα των δυο αρχών, το αγαθό δεν απαιτεί τέτοιου είδους «ομοφωνία». Πιο ειδικά, το μόνο που ζητείται είναι μόνο αυτή η ορθολογικότητα που μπορεί να εξηγήσει την προτίμηση στα πρωταρχικά αγαθά και τον σεβασμό στις 2 αρχές. Πέραν τούτων, ο καθένας μπορεί να ακολουθήσει το αγαθό που φαντάζει πιο κοντά στις κλίσεις του.

Η δεύτερη βασική διάφορα αφορά στην αξιολόγηση της διαφορετικότητας των γνωμών που παρατηρούνται στο ορθό και στο αγαθό. Ενώ λοιπόν η πολλαπλότητα στις γνώμες περί το ορθό προβληματίζει αφού αυτό που έχουμε ανάγκη είναι όχι μόνο μια κοινή γραμμή πλεύσης αλλά και μια ενιαία μέθοδος εφαρμογής, η πολλαπλότητα στο επίπεδο του αγαθού όχι μόνο δεν μας πειράζει αλλά μας ωφελεί αφού καλλιεργώντας ο καθένας τα διαφορετικά του ταλέντα εν τέλει προσφέρει αυτή τη διαφορετικότητα στο σύνολο.

Η τρίτη διάφορα αφορά στο τρόπο σχηματισμού της μιας και της άλλης έννοιας. Ο Ρωλς θυμίζει ότι ενώ ο σχηματισμός του ορθού απαιτεί περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες, το αγαθό απαιτεί το άτομο να έχει μια πλήρη εποπτεία των ικανοτήτων του.

Μετά από αυτά, μια ακόμη αδυναμία του ωφελιμισμού προκύπτει. Πως είναι δυνατόν να υπολογισθεί ένα σύνολο ικανοποίησης όταν κάθε σχέδιο διαμορφώνεται από διαφορετικές εκτιμήσεις; Ποιες μέθοδοι και πως θα ποσοτικοποιούσαν αυτές τις αξιολογήσεις; Ειρήσθω εν παρόδω, ο Ρωλς θυμίζει εκ νέου ότι για την εδώ θεωρία καμία άποψη (ούτε και αυτή της πλειοψηφίας) δεν έχει κάποιο ειδικό, προνομιακό βάρος.

 

Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ