ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

Λήψη υλικού σε pdf

 

Καθήκον και υποχρεώση

Στο παρόν κεφάλαιο ο Ρώλς θα ασχοληθεί με τη δράση των ατόμων γύρω από τους θεσμούς η οποία (πρέπει να) συμφωνεί με τη ήδη δίκαιη διαμόρφωση των θεσμών. Πιο ειδικά, θα αποδείξει ότι η επιλογή των 2 αρχών κατά τη διαμόρφωση των θεσμών παράγει με τη σειρά της ένα πολύ σημαντικό αίσθημα φυσικού καθήκοντος δράσης στα άτομα που είναι το να οφείλουν όχι μόνο να σέβονται τους δίκαιους θεσμούς αλλά και φροντίζουν πάντα ώστε το περιεχόμενό τους να είναι σύμφωνο με τις 2 αρχές. Με άλλα λόγια, η ύπαρξη θεσμών συνεπιβάλλει και ανάλογα πρότυπα ατομική δράσης και άρα η ατομική θεωρία δράσης (θεωρία καθήκοντος) δεν μπορεί λχ να είναι ωφελιμιστική.

Το ότι αυτή μόνη η ύπαρξη των 2 αρχών και των δίκαιων θεσμών καθορίζει τη συμπεριφορά των ατόμων απέναντι στους θεσμούς (παράγει ένα φυσικό καθήκον δικαιοσύνης) και το να μην απαιτείται καμία άλλη αποδοχή ή κάποιου είδους υπόσχεση σεβασμού είναι σημαντικό για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε αποσταθεροποιητικής τάσης (λχ της δυσπιστίας για το εάν πράγματι όλοι οι άλλοι τηρούν την υποχρέωση δέσμευσης) αφού εάν η πολιτική δέσμευση των ατόμων εξαρτάτο από κάποια ανάληψη υποχρέωσης το πρόβλημα απλά θα γινόταν ακόμη πιο περίπλοκο.

Το φυσικό καθήκον δικαιοσύνης παράγει ταυτόχρονα και κάποιες υποχρεώσεις απέναντι στα άτομα. Πρώτον, την υποχρέωση του σεβασμού που πρέπει να επιδεικνύουμε προς τους άλλους και που εκδηλώνεται όταν τους αντιμετωπίζουμε ως ηθικές προσωπικότητες (με τις 2 ηθικές δυνάμεις).

Πιο ειδικά, εκδηλώνεται όταν λαμβάνουμε υπ’ όψιν και κατανοούμε την διαφορετική αντίληψη τους για το αγαθό και όταν δικαιολογούμε έλλογα την διαφορετική μας δράση. Δεύτερον, την υποχρέωση αλληλοβοήθειας, όχι μόνο λόγω του ότι είναι πολύ πιθανό να βρεθούμε στη θέση του ευεργετούμενου αλλά και λόγω της ίδιας της επίγνωσης ότι στις δύσκολες στιγμές μπορούμε να στραφούμε στο συμπολίτη (ποιοτικό επιχείρημα)

Αυτά τα καθήκοντα μπορούν να έχουν μια διαφοροποίηση στην ένταση της κανονιστικότητας. Κάποια λχ ενσωματώνουν ή λαμβάνουν υπ’ όψιν πολύ λιγότερους ηθικούς λόγους (αρχές που χαρακτηρίζουν τα άτομα και τους θεσμούς) απ’ ότι κάποια άλλα. Τα πρώτα ονομάζονται «prima facie καθήκοντα» ενώ τα δεύτερα «καθήκοντα σε τελική ανάλυση». Η σημασία της διαφοράς έγκειται στην διαφορετική ποιότητα της θεμελίωσης κάθε καθήκοντος. Όλα πάντως τα καθήκοντα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, απορρέουν από το ανωτέρω φυσικό καθήκον δικαιοσύνης.

Ο Ρώλς θεωρεί ότι ειδικά για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουμε από εκούσια ενεργήματα (λχ κάποια δημόσια θέση) ο όρος φυσικό καθήκον ως πηγή της ηθικής μας στάσης πρέπει να αλλαχθεί σε «αρχή ακριβοδικίας». Είναι εξίσου μια αρχή που τα μέρη θα αναγνώριζαν στην πρωταρχική θέση. Δεν απαιτεί ειδική συμφωνία (θα ήταν μια συμφωνία για την τήρηση των συμφωνιών!) αλλά θεωρείται ως υπαρκτή στη κοινωνική πρακτική.

Το ειδικό περιεχόμενο αυτής της αρχής είναι η αρχή/ πρακτική του υπόσχεσθαι η οποία σημαίνει ότι κάθε άτομο που έχει δώσει μια υπόσχεση να ενεργήσει κατά ένα ορισμένο τρόπο πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει επεξεργασθεί επαρκώς τη δυνατότητα του να ενεργήσει πράγματι έτσι (φυσικά αυτό δεν συμβαίνει όταν υπάρχει εξαναγκασμός ή κατάσταση ύπνου). Με άλλα λόγια, για την αρχή της ακριβοδικίας, η τήρηση των υποσχέσεων (η υποχρέωση τήρησης) είναι αναγκαία προϋπόθεση της διατήρησης της σταθεροποίησης των θεσμών (ή αλλιώς, θεωρείται δεδομένη για τους –δίκαιους- θεσμούς). 

Υπό αυτήν την έννοια, η αρχή της ακριβοδικίας αναλύεται στο ηθικό καθήκον της αρχής της πίστης. Για τα άτομα που ζουν εντός ενός πλαισίου δίκαιων θεσμών, η κοινωνική πρακτική της υπόσχεσης είναι απαραίτητη για την αρμονική και αποτελεσματική συνεργασία τους. Η βαθύτερη ουσία είναι ότι όλες αυτές οι υποχρεώσεις δεν γεννώνται από μόνη την ύπαρξη θεσμών αλλά από την παρουσία ηθικών αρχών (των 2 αρχών που με τη σειρά τους δίνουν νόημα στην έννοια του φυσικού καθήκοντος).

Μια τελευταία παρατήρηση επί του θέματος είναι η διάκριση που πρέπει να γίνει ανάμεσα στην ηθική αυτή υποχρέωση και στην ανάγκη τήρησης των προβλεπομένων από το νόμο ή το Σύνταγμα. Παρά το ότι είναι αναμενόμενο να συμπίπτουν, το τι επιτάσσει η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία και το τι ο νόμος είναι διακριτό.

Το ερώτημα που απασχολεί σε επόμενο στάδιο τον Ρώλς είναι το κατά πόσο το καθήκον δικαιοσύνης ή η αρχή της ακριβοδικίας επεκτείνονται και στην περίπτωση ενός άδικου νόμου. Στο βαθμό που η θεσμική διάρθρωση είναι δίκαιη και η αδικία δεν υπερβαίνει κάποια όρια η απάντηση είναι θετική. Αν όμως τα όρια αυτά ξεπεραστούν, τότε έχουμε ήδη εγκαταλείψει το πεδίο της ιδανικής θεωρίας και βρισκόμαστε στο θεωρητικό πεδίο της μερικής συμμόρφωσης.

Από τα πολλά πιθανά σημεία της μερικής συμμόρφωσης (θεωρία ποινής, δίκαιος πόλεμος) ο Ρώλς πραγματεύεται 2: την αντίρρηση συνείδησης και την πολιτική ανυπακοή.

Η πολιτική ανυπακοή δικαιολογείται όταν οι νόμοι είναι έτσι διαρθρωμένοι ώστε να αγνοούν την κρατούσα αντίληψη περί δικαιοσύνης. Αυτή η αντίληψη θα είναι ιδανικά η εδώ θεωρία αλλά μπορεί να είναι και μια άλλη εύλογη θεωρία (εύλογη είναι αυτή που θα μπορούσε με πιθανότητες να προκύψει από την πρωταρχική θέση). Εφόσον λοιπόν οι θεσμοί είναι σωστά διαρθρωμένοι (λχ υπάρχει ένα Σύνταγμα που εξασφαλίζει ελευθερίες) τότε τυχόν απόκλιση από κάποιο νόμο δεν βλάπτει. Άλλωστε πρέπει να θυμόμαστε ότι το Σύνταγμα δεν είναι τίποτα άλλο πάρα ένα προϊόν ατελούς διαδικαστικής δικαιοσύνης. 

Πάντως, τα όρια ανοχής μας δεν μπορεί να επιτρέπουν την συνεχιζόμενη καταπίεση μιας και μόνο ομάδας ούτε φυσικά την παραβίαση βασικών ελευθεριών. Με αλλά λόγια, η πλειοψηφία που έθεσε τον κανόνα δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια της πρώτης αρχής (ακόμη και αν αυτό, επαναλαμβάνεται, δεν σημαίνει ότι πρέπει η πλειοψηφία να είναι πάντα τέλεια στη κρίση της). Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις της πλειοψηφίας είναι έγκυρες εφόσον βρίσκονται εντός ενός υποθετική πλαισίου από εναλλακτικές οι οποίες εγκρίνονται από τις αρχές δικαιοσύνης. 

Φυσικά το Σύνταγμα μπορεί να προωθήσει κατά το δυνατόν κάποιες διαδικασίες που θα ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα λάθους (όπως λχ κάθε το που θα ενισχύσει το συλλογικό χαρακτήρα της νομοθετικής διαδικασίας και άρα θα την φέρει πιο κοντά σε ένα δίκαιο αποτέλεσμα) σε μια διαδικασία που ούτως η άλλως θεωρείται ότι τα άτομα λειτουργούν κατά αντίστροφη πορεία προς την τέλεια αγορά, δηλαδή δεν αποσκοπούν στο συμφέρον τους.

Ο Ρώλς πραγματεύεται πιο ειδικά το ζήτημα της πολιτικής ανυπακοής. Οι περιπτώσεις όπου το ΄ίδιο το καθεστώς είναι άδικο δεν είναι δύσκολο να λυθούν αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο με τις περιπτώσεις όπου οι θεσμοί είναι κατά κύριο λόγο ορθά διαρθρωμένοι (μόνο δηλαδή δημοκρατίες) τότε το ζήτημα περιπλέκεται. Η θεωρία της ανυπακοής πρέπει να απευθυνθεί σε 3 ερωτήματα: α) τι μορφή έχει η αληθινή εναντίωση που μας αφορά εδώ β) ποιοι λόγοι την προκαλούν γ) τι μορφές αντίδρασης πρέπει να έχει.

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι η αντίδραση πρέπει να είναι δημόσια (λαμβάνει χώρα σε κάποιο forum), μη βίαιη (αφού το να γίνει βλαπτική ή απειλητική είναι το έσχατο μέσο αλλά και για να δείξει τις καλές της προθέσεις) και με συνείδηση για μεταβολή του νόμου. Η αντίδραση μπορεί να στρέφεται κατά άλλου νόμου από εκείνον που πρέπει να μεταβληθεί (έμμεση ανυπακοή) αλλά πάντως πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις του παρανόμου. Επίσης, η εναντίωση έχει μια πολιτική μορφή με την έννοια ότι ο εναντιώσας θα πρέπει να εφορμάται από την πεποίθηση των 2 αρχών δικαιοσύνης και όχι από προσωπικούς λχ θρησκευτικούς λόγους. Ο εναντιούμενος δεν είναι μαχητής, αντιστασιακός αφού αυτοί δεν κάνουν επίκληση στο αίσθημα δικαιοσύνης αλλά θεωρούν το σύστημα πολύ άδικο για να αλλάξει. Υπενθυμίζεται ότι οι τόσο ακραίες περιπτώσεις δεν απασχολούν εδώ τον Ρώλς.

Η ανυπακοή διαφέρει από την αντίρρηση συνείδησης η οποία πρέπει να ορισθεί λίγο πιο τεχνικά: η αντίρρηση συνείδησης είναι μια άρνηση υπακοής που αφορά συνήθως σε νομικές/ διοικητικές εντολές και επίσης έχει το χαρακτηριστικό ότι γίνεται αμέσως γνωστό στις αρχές. Άλλη διαφορά είναι ότι η επίκληση των λόγων άρνησης δεν χρειάζεται να είναι πολιτική αλλά και μη πολιτικές. Όπως είδαμε και στη περίπτωση των μισαλλόδοξων, έτσι και στην περίπτωση της αντίρρησης συνείδησης, ούτε η συνείδηση ούτε κανείς άλλος λόγος δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση από την προστασία των 2αρχών και δη την αρχή της ίσης ελευθερίας.

Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι μόνο η σοβαρή αδικία πρέπει να θεωρείται επαρκής λόγος για ενεργοποίηση της πολιτικής ανυπακοής. Σοβαρή αδικία τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν παρατηρείται παραβίαση της πρώτης αρχής ή του πρώτου σκέλους της δεύτερης (δηλαδή της ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών). Παραβιάσεις του δεύτερου σκέλους μπορεί και αυτές να συστήσουν λόγο ανυπακοής αλλά αυτές είναι δυσκολότερο να εντοπισθούν (λχ ένας κακός φορολογικός νόμος). Αφού είναι δύσκολο να εντοπισθούν είναι προτιμότερο να επιλύονται οι διαφωνίες μέσω της πολιτικής διαδικασίας. Δεύτερος λόγος ανυπακοής (σωρευτικά) είναι να έχουν αγνοηθεί προηγούμενες εκκλήσεις/ προσπάθειες για μεταβολή του νόμους. Αυτό δεν σημαίνει ότι απαιτείται να εξαντληθούν όλα τα νόμιμα μέσα. Επίσης, εάν η παραβίαση είναι τόσο εμφανής δεν χρειάζεται καθόλου προηγούμενη προσπάθεια. Ένας τρίτος όρος είναι η ανυπακοή να ασκείται λελογισμένα σε συλλογικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια ομάδα δικαίως καταφεύγει σε αυτήν, εάν αυτό θα οδηγούσε σε διαταραχή και διαρκή βλάβη των θεσμών τότε ή θα έπρεπε να συνεργαστούν όλες οι ανυπάκουες ομάδες για να περιορίσουν τις αξιώσεις τους είτε δεν θα έπρεπε να προβούν καθόλου σε ανυπακοή.  

Απαντώντας στο τρίτο ερώτημα, έχει μέχρι στιγμής καταδειχθεί ότι πολλά θέματα (ακόμη και η εξωτερική πολιτική λχ ένας άδικος πόλεμος) θα μπορούσε να αφορά στη χρήση της πολιτικής ανυπακοής. Ο Ρώλς εξετάσει σε επόμενο επίπεδο εάν θα μπορούσε αυτό (και πώς) να επεκταθεί και σε διεθνές επίπεδο. Η απάντηση είναι ότι και για τα έθνη μπορούμε να σκεφτούμε ένα είδος πρωταρχικής θέσης όπου οι εκπρόσωποι αγνοούν όσες πληροφορίες θα τους επέτρεπαν να εκμεταλλευθούν τυχαιότητες (λχ την ισχύ κάθε έθνους).

Έτσι, η πρώτη αρχή που θα προέκυπτε θα ομοίαζε με την πρώτη αρχή της κοινωνίας και θα αφορούσε σε ένα δικαίωμα ίσης πρόσβασης των εθνών σε δικαιώματα όπως η αυτοδιάθεση ή η αυτοάμυνα (jus ad bellum) ή τα επιτρεπτά μέσα σε έναν πόλεμο  (jus in bello λχ όχι περιφρόνηση της ζωής αλλά ούτε και δίψα για παγκόσμια δόξα αφού αυτά είναι έξω από το εθνικό συμφέρον που είναι επί της ουσίας).

Πάντως, και σε ατομικό επίπεδο, η άρνηση συνδρομής του στρατού μπορεί να δικαιολογηθεί σε πολιτικές αρχές (άρα να μην είναι απλή αντίρρηση συνείδησης). Ακόμη και στην περίπτωση μόνης επιστράτευσης (ή της απλής συμμετοχής στο στρατό) μπορεί κανείς να αρνηθεί να υπακούσει όταν υπάρχουν ισχυροί λόγοι για να απέχει και ιδίως όταν αυτά δεν γίνονται για την προάσπιση των ελευθεριών. Οι δίκαιο θεσμοί δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο άδικης επίθεσης αλλά μπορούν να εξασφαλίσουν ότι ο κίνδυνος θα διανεμηθεί ισομερώς σ’ όλη τη κοινωνία. Οι λόγοι άρνησης, όπως εξηγήθηκε, μπορεί να αφορούν τόσο στα κίνητρα του πολέμου όσο και στα μέσα που χρησιμοποιούνται.  

Το τελευταίο ζήτημα που πραγματεύεται ο Ρώλς αφορά στο τι επιτυγχάνεται με την ανυπακοή. Πρόκειται για έναν σταθεροποιητικό μηχανισμό όπου καλεί τα άτομα να αλλάξουν τις αποφάσεις τους για ένα ζήτημα. Φυσικά η διαμαρτυρία πρέπει πάντα να γίνεται με δεδομένο ότι η κοινωνία που θα την ακούσει θα είναι δημοκρατική και τα άτομα ίσα και ελεύθερα. Ταυτοχρόνως, η επίκληση στην ηθική βάση της πολιτειακής ζωής είναι ενέργεια πολιτική, ούτε θρησκευτική ούτε κάτι άλλο.

Καταληκτικά, υπενθυμίζεται ότι η θεωρία της ανυπακοής εδράζεται αποκλειστικά σε ορισμένη αντίληψη για τη δικαιοσύνη. Έτσι νοουμένη, η θεωρία της ανυπακοής καταλήγει αναγκαίο τμήμα για μια θεωρία ελεύθερης διακυβέρνησης. Η προϋπόθεση ότι λειτουργεί σε μια κατά βάση δίκαιη κοινωνία τότε αίρει και τις αμφιβολίες κατά μπορούν τα άτομα να επικαλεστούν ένα συλλογικό αίσθημα δικαιοσύνης. Η θεωρία ανυπακοής καθίσταται έτσι πιο ρεαλιστική αλλά και το αίσθημα δικαιοσύνης αποδεικνύεται ως ζωτική πολιτική δύναμη που δεν αφορά απλά στη διακήρυξη αρχών αλλά και στην έμπρακτη παρεμπόδιση μιας πλειοψηφίας να λάβει ή να συνεχίσει να λαμβάνει καταπιεστικά μέτρα. Θυμίζεται άλλωστε ότι και οι ανυπάκουοι πιστεύουν στις δύο αρχές. Αντιθέτως, σε μια κατακερματισμένη κοινωνία με εγωιστικές ομάδες, η ανυπακοή δεν θα λειτουργούσε.

Με άλλα λόγια, η θεωρία λαμβάνει ως δεδομένο ότι κάθε ένα από τα άτομα θα δράσει συνειδητά και έλλογα. Κάθε πολίτης είναι υπεύθυνος να ερμηνεύσει τις αρχές δικαιοσύνης με τον τρόπο του και ομοίως να ενεργήσει.  

 

Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ