ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

Λήψη υλικού σε pdf
 
 

Διανεμητικά μερίδια

Οι δύο αρχές τις δικαιοσύνης, στο βαθμό που φιλοδοξούν να εφαρμοστούν στο σύνολο της βασικής διάρθρωσης της κοινωνίας, δεν επηρεάζουν μόνο τη διαμόρφωση των πολιτικών θεσμών αλλά και την αντίληψη της πολιτικής οικονομίας, δηλαδή τα κριτήρια αξιολόγησης των οικονομικών σχέσεων. Οι θεσμοί (και ιδίως οι οικονομικές διαρρυθμίσεις) επιπλέον διαμορφώνονται μεν από τις αρχές τις δικαιοσύνης αλλά με τη σειρά τους επηρεάζουν την διαμόρφωση των μελλοντικών απαιτήσεων των πολιτών.  

Η αμφίδρομη σχέση ατόμων-θεσμών δεν επηρεάζει το κύρος των δύο αρχών αφού οι θεσμοί δεν επιτρέπεται να πλήττουν την ιδανική αντίληψη του ατόμου που διαμορφώνουν οι 2 αρχές (μια αντίληψη που διαμορφώνεται στη γενική παραδοχή ότι όλοι, παρά τα ξεχωριστά σχέδια ζωής, έχουν συμφέρον να επιδιώκουν τα πρωταρχικά αγαθά).  Εν τέλει, η εδώ θεωρία διαμορφώνει μια (έστω περιορισμένη) θεωρία αγαθού που είναι η προτεραιότητα της ελευθερίας έναντι της αποτελεσματικότητας (σ’ αυτό το σημείο η εδώ θεωρία μοιράζεται την κριτική του ωφελιμισμού με την τελειοκρατία).

Μάλιστα, οι θεσμοί πρέπει να προωθούν την αντίληψη αυτή του αγαθού γιατί μόνο έτσι το σύστημα αποκτά την απαραίτητη σταθερότητα. Η εδώ θεωρία διακρίνεται από την τελειοκρατία στο βαθμό που η θεωρία της για το αγαθό δεν προϋποθέτει μια τελειοκρατική αρχή αλλά μόνο κάποια κοινή επιθυμία για πρωταρχικά αγαθά. Αυτά τα αγαθά υπονοούν την προσήλωση στην ιδέα του αυτοσεβασμού και αυτή η ίδια είναι που φωτίζει και την αξία των κοινωνικών θεσμών.

Το ότι η εδώ θεωρία προϋποθέτει την ομοφωνία δεν πρέπει να ξενίζει (ως ιδεαλιστική) διότι σ’ όλη σχεδόν την παράδοση της ηθικής φιλοσοφίας υπονοείται η ανάγκη για θέαση των ηθικών ζητημάτων από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία.

Στον ωφελιμισμό, το αγαθό ορίζεται, κατ’ αντίστροφη πορεία, από τον εάν κάποιες ηθικές στάσεις/ επιθυμίες μπορούν να μεγιστοποιήσουν την μέση ευτυχία. Υπό αυτή την έννοια, ο ωφελιμισμός κάνει διάκριση μεταξύ ιδανικών του προσώπου και μάλιστα εξαρτά αυτή τη διάκριση από τις εκάστοτε υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες.  

Επιστρέφοντας στο αρχικό ζήτημα του κεφαλαίου, εξετάζεται το εάν οι δύο αρχές μπορούν να βοηθήσουν στην μέθοδο επίλυσης πρακτικών ζητημάτων, το κεντρικό βάρος της οποίας έχει επωμιστεί η πολιτική οικονομία. Τέτοια θέματα είναι, γενικά, η έκταση της φορολογίας/ κοινωνικής προστασίας ή η ρύθμιση της αγοράς (με την έννοια του πόσο χειραγωγείται από το Κράτος η δύναμη της αγορά για τον καθορισμό της παραγόμενης ποσότητας, των τιμών των προϊόντων ή ακόμη και του ύψους της αποταμίευσης) ή η έκταση του δημοσίου τομέα (με τον όρο Δημόσιο τομέα ο Ρώλς εννοεί δύο διαφορετικά πράγματα: αφενός το σε τι ποσοστό τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο Κράτος και αφετέρου σε τι βαθμό το Κράτος δεσμεύει πόρους για την διατήρηση αυτών που αποκαλούνται δημόσια αγαθά και είναι εκείνα που πρέπει να τα απολαμβάνουν όλοι –δημοσιότητα- ανεξάρτητα από τις τυχόν προτιμήσεις τους –αδιαίρετο-).

Ο Ρώλς δεν παίρνει θέση στο ζήτημα της αποτελεσματικότητας αναφορικά με την κατοχή των μέσων παραγωγής ή αναφορικά με το εάν η ελεύθερη αγορά είναι η καλύτερη τάξη πραγμάτων (ιδίως γι’ αυτό, επισημαίνει ότι η κατάσταση του τέλειου ανταγωνισμού και της τέλειας πληροφόρησης δεν μπορεί να αγνοήσει το εμπειρικό γεγονός της παραοικονομίας, των μονοπωλίων και της ίδιας της έλλειψης πληροφοριών αλλά και το ότι η αγορά αποτυγχάνει παντελώς στο ζήτημα των δημοσίων αγαθών). Πάντως από τη μια αναγνωρίζει ως θετικό της ελεύθερης αγοράς (άλλωστε παραδέχεται ότι η εδώ θεωρία είναι μια «ιδιοκτησιακή δημοκρατία) ότι προωθεί τις ίσες ευκαιρίες και μάλιστα υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει ως υπόβαθρο μια ακριβοδίκαιη ισότητα ευκαιριών ενώ από την άλλη αναγνωρίζει ότι το Κράτος μπορεί να παρεμβαίνει σκιωδώς (λχ ρυθμίζοντας τα επιτόκια) χωρίς να ακυρώνει την ανταγωνιστικότητα μιας αγοράς.

Το τελικό του σχόλιο είναι ότι η προσφορότητα ενός οικονομικού συστήματος, σε αντίθεση με ένα σύστημα δικαιοσύνης (το οποίο απλά θέτει κάποιες γενικές γραμμές), σχετίζεται με τις παραδόσεις και των εκάστοτε σχηματισμό κοινωνικών δυνάμεων.    

Ο Ρώλς πλέον βρίσκεται στο πυρήνα ενός βασικού ζητήματος του κεφαλαίου: πως θα διαμορφωνόταν ένα καθεστώς διανεμητικής δικαιοσύνης σε μία κοινωνία όπου το σύνταγμα και οι άλλοι βασικοί θεσμοί έχουν διαμορφωθεί υπό το φως των 2 αρχών; Η απάντηση είναι ότι στο βαθμό που, για την εδώ θεωρία, η πραγματική ισότητα ευκαιριών είναι αδιαπραγμάτευτη, τότε η διανομή, υπό το πρίσμα των 2 αρχών, πρέπει να αφορά σε 4 λειτουργίες:                                              

  • κατανομή  που στόχο έχει την πραγματική λειτουργία του ανταγωνισμού (λχ με την αποτροπή δημιουργίας μονοπωλίων              
  • σταθεροποίηση αγοράς με στόχο την διατήρηση ενεργούς απασχόλησης, το ευκταίο αποτέλεσμα αφορά στην (ή και ταυτόχρονη καταβολή επιχορηγήσεων)      
  • παροχές (λχ μέσω επιδομάτων) με στόχο ένα μίνιμουμ κοινωνικής προστασίας (δεν μας αφορά δηλαδή αποκλειστικά και μόνο η λειτουργία μιας ανταγωνιστικής αγοράς γιατί αυτό θα αγνοούσε την λεξικογραφική σειρά των αρχών)                 
  •  διανομή με στόχο αφενός την εξάλειψη των υπερβολικών χασμάτων στην ιδιοκτησία (λχ με φορολογία κληρονομίας) και εν τέλει την επίτευξη διασποράς του πλούτου (η άνιση κληρονομία πλούτου δεν είναι πιο δίκαιη απ’ ότι η άνιση ευφυΐα, λέει ο Ρώλς) και αφετέρου την συγκέντρωση κυβερνητικών εσόδων με στόχο την συνέχιση της παροχής δημόσιων αγαθών αλλά  και την τήρηση της ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών (λχ στη παιδεία όπου η Κυβέρνηση μπορεί να χορηγεί μέρος των διδάκτρων ή να διατηρεί την ανταγωνιστικότητα των δημόσιων σχολείων). Το αναλογικό ή το προοδευτικό του φόρου θα κρίνεται ad hoc ανάλογα με το τι εξυπηρετεί καλύτερα τον ακριβοδίκαιο χαρακτήρα της βασικής διάρθρωσης.

Ο Ρώλς τονίζει και πάλι ότι οι 4 ανωτέρω λειτουργίες της διανομής θα μπορούσαν κάλλιστα να λειτουργούν και σε ένα καθεστώς σοσιαλιστικό όπου τα μέσα παραγωγής θα ανήκαν στο Δημόσιο όμως, επισημαίνει ταυτόχρονα, η αγορά (με πλήρες συμβατό θεσμικό υπόβαθρο) δεν πρέπει να δαιμονοποιείται ως χώρος έλλειψης αυτονομίας και μισθωτής δουλείας. Άλλωστε, το σύστημα της αγοράς δεν προϋποθέτει και τον αλτρουισμό ως μόνιμο κίνητρο των πράξεων των ατόμων.

Παρεμφερές με το ζήτημα της εξασφάλισης μίας ελάχιστης κοινωνικής προστασίας είναι η υποχρέωση σεβασμού των μελλοντικών γενεών. Αυτή η θέση συναρτάται με την ορθή εφαρμογή της αρχής της διαφοράς υπό την έννοια ότι η προοπτική των λιγότερο προνομιούχων πρέπει να διασφαλίζεται εις μακρόν. Με άλλα λόγια, το όποιο κεφάλαιο δικαιϊκών θεσμών (είτε με τη μορφή ενός συστήματος παιδείας ή απλά της τεχνολογικής προόδου) μιας γενιάς θα πρέπει να παραδοθεί και στην επόμενη.

Όμως, η ανάγκη διατήρησης αυτού του «κεφαλαίου» (ο Ρώλς την ονομάζει αρχή αποταμίευσης) δεν πρέπει να οδηγεί σε υπερβολικές θυσίες όπως θα επέτασσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ωφελιμισμός (εάν δηλαδή ήταν βέβαιο ότι η μέγιστη θυσία των παρόντων γενεών θα έφερνε μια συνολικά μεγαλύτερη ωφέλεια στις μέλλουσες γενεές).

Πρόσθετα, επειδή η σύλληψη του πέπλου της άγνοιας στην πρωταρχική θέση δεν θα μπορούσε να λύσει μόνη της το πρόβλημα της αδιαφορίας του ατόμου (δηλαδή τυχόν άγνοια για το ποια γενιά τον αντιπροσωπεύει και σε ποια κοινωνία ζει δεν θα τον έκανε περισσότερο επιμελή για την φροντίδα των μελλοντικών γενεών) η εδώ θεωρία θεωρεί ακόμη ότι τα άτομα αντιπροσωπεύουν οικογενειακές γραμμές (άρα ενδιαφέρονται για τους άμεσους απογόνους). Ο βαθμός αποταμίευσης θα εξαρτάται και από την εκάστοτε δυνατότητα αποταμίευσης (όσο πιο πλούσια θα γίνεται η κοινωνία τόσο πιο μεγάλη αναμένεται η αποταμίευση) αλλά και από το πόση αποταμίευση θα ήταν εύλογο να αξίωναν αυτοί από τους δικούς τους άμεσους προγόνους.

Τελικά, η δίκαιη αρχή αποταμίευσης με βάση την εδώ θεωρία καταλήγει να είναι ένα αναλογικά ίσο αντάλλαγμα ανάμεσα σε αυτό που έλαβε κανείς και αυτό που παραδίδει. Αυτό το αποτέλεσμα εξασφαλίζει ότι κάθε γενιά έχει φέρει το δικό της μερίδιο ευθύνης (φυσικό καθήκον το ονομάζει ο Ρώλς) στη διατήρηση της δίκαιης διάρθρωσης της κοινωνίας. Καμία γενιά δεν είναι πιο σημαντική από τις άλλες αφού η εφαρμογή των δύο αρχών επιβάλλει αυτό που αποκαλεί ο Ρώλς ως μη κατά χρόνο προτίμηση, δηλαδή ως την απαγόρευση διαφορετικής μεταχείρισης των σε διαφορετική χρονική θέση γενεών. Κάθε άλλη θέση, που επιτρέπει σε κάποια γενιά να προωθήσει καλυτέρα τα συμφέροντα της, δημιουργεί ένα άδικο πλεονέκτημα.

Η περαιτέρω συσσώρευση δεν αφορά απλώς και μόνο στο πλούτο (μάλιστα αυτός μπορεί να αποδειχθεί και πρόβλημα από κάποιο σημείο και έπειτα) αλλά στην επιμέλεια συνεχούς βελτίωσης των συνολικών φιλοδοξιών των λιγότερο ευνοημένων. Υπό αυτήν την έννοια, η αποταμίευση είναι αναπόσπαστο μέρος της ολοκληρωμένης εικόνας που πρέπει να έχουμε για την αρχή της διαφοράς. Ο μόνος τρόπος να μην εφαρμοστεί η αρχή της αποταμίευσης με το τρόπο που περιγράφτηκε (λχ να προωθηθεί κατά τρόπο αντίθετο στην ακριβοδίκαιη ισότητα ευκαιριών) είναι να προκύπτουν μεγαλύτερα οφέλη για την προστασία της ελευθερίας απ’ ότι εάν πράγματι εφαρμόζονταν όσα ειπώθηκαν ανωτέρω.

Επαναδιατυπώνοντας εκ νέου και ύστερα από τα ανωτέρω τις 2 αρχές, ο Ρώλς θυμίζει ότι η πρώτη αρχή αφορά στην ίση πρόσβαση σε ένα εκτενή κατάλογο δικαιωμάτων ενώ πλέον η δεύτερη αρχή επιτρέπει τις ανισότητες (πάντα με δεδομένο ότι οι θέσεις των αξιωμάτων είναι ανοικτές) στο βαθμό που βελτιώνουν τη θέση των λιγότερο ευνοημένων με βάση και την αρχή της αποταμίευσης. Τέλος, θυμίζει ότι οι 2 αρχές ακολουθούνται από 2 κανόνες προτεραιότητας: αφενός της προτεραιότητας της ελευθερίας έναντι της διαφοράς (με εξαίρεση την περίπτωση όπου μια λιγότερη ελευθερία  θα απέβαινε προς όφελος του συνολικού συστήματος ελευθεριών) και αφετέρου της δεύτερης αρχής έναντι της αρχής της μεγίστης συνολικής ευημερίας (με εξαίρεση την περίπτωση όπου μια λιγότερο ίση πρόσβαση ευκαιριών θα απέβαινε προς αύξηση των ευκαιριών αυτών που βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση.

Μετά από αυτά, είναι πλέον σαφές ότι η έκταση των παροχών (αλλά και οι προσδοκίες των λιγότερο ευνοημένων) θα πρέπει να είναι τόση όση και η επιβαλλόμενη αποταμίευση. Αυτή η δίκαιη διανομή (ως μέρος μιας άλλωστε καθαρής διαδικαστικής θεωρίας) δεν έχει καμία σχέση και δεν επηρεάζεται από τη πληροφόρηση γύρω από τις προτιμήσεις των μερών.

Το σημαντικό όμως είναι ότι και παραδεδεγμένες αρχές τις οικονομίας (λχ εισόδημα ίσο με τη οριακή παραγωγικότητα της εργασίας του ατόμου η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από δύο προσφορές: από τη προσφορά των ικανοτήτων του εργαζομένου αλλά και από τη τιμή που είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν ένα προϊόν οι καταναλωτές), παρότι δευτερεύουσες σε αξιακό κύρος, μπορούν να φωτισθούν υπό το πρίσμα των δύο αρχών, αποδεικνύοντας το εφαρμόσιμο των τελευταίων. Ακόμη όμως και στη περίπτωση όπου η οικονομική αρχή της αποδοτικότητας, όπως περιεγράφηκε, δεν μπορεί να λειτουργήσει λόγω κάποιας παθογένειας στην αγορά, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει πρόβλημα στο πυρήνα των θεσμών εκτός και αν αποδειχθεί ότι έχει πληγεί και η ίδια η δυνατότητα της ατομικής επιλογής απασχόλησης.

Σε επόμενο στάδιο, ο Ρώλς ασκεί κριτική σε μια δημοφιλή άποψη περί διανομής και εξηγεί ότι η εδώ θεωρία δεν θα μπορούσε να την εγκρίνει ποτέ. Η υπό κριτική άποψη υποστηρίζει ότι η δίκαιη διανομή είναι αυτή που προκύπτει από το μέγεθος ηθικής αξιοσύνης εκάστου ατόμου. Με άλλα λόγια, ακόμη και οι πλέον ωφελημένοι θα ήταν λογικό να έχουν περισσότερα εάν πράγματι είχαν μια ηθική υπεροχή στον χαρακτήρα. Αυτό όμως είναι τόσο αυθαίρετο όσο το να πριμοδοτούσαμε τα φυσικά χαρίσματα. Η αρετή δεν θα είχε ποτέ επιλεγεί ως κριτήριο διανομής στην αρχική θέση. Άλλωστε, συνεχίζει ο Ρώλς, για την εδώ θεωρία ο όρος της ηθικής αξιοσύνης δεν είναι παρά ο σεβασμός προς τις δύο αρχές και αυτές είναι οι μόνες που προσδιορίζουν τι πραγματικά οφείλει να λάβει ο καθένας. Υπο αυτή την έννοια, η αξιοσύνη δεν προηγείται ως αρχή διανομής αλλά απλώς αναγνωρίζει τη προτεραιότητα των δύο αρχών. 

Ο Ρώλς καταπιάνεται όμως και με την αποτελεσματικότητα μικτών θεωριών δηλαδή εκείνων που αποδέχονται την πρώτη αλλά όχι και την δεύτερη αρχή. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι και αυτές είναι προτιμότερες από μια ακραιφνώς  ωφελιμιστική προσέγγιση για τη διανομή. Για παράδειγμα, η αρχή της μέσης ωφελιμότητας (με την έννοια της διασφάλισης ενός μίνιμουμ κοινωνικής προστασίας) θα ήταν ίσως προτιμότερη αλλά πάλι το μειονέκτημα εδώ είναι ότι το μόνο κριτήριο για να προσεγγίσουμε την έννοια του μίνιμουμ της κοινωνικής προστασίας είναι απλά το διαισθητικά εύλογο και άρα κάποιος θα μπορούσε να απαιτήσει μεγαλύτερο βαθμό προσδιορισμού για τις καθημερινές μας εκτιμήσεις αναφορικά με τη διανομή. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η αρχή της διαφοράς επιτελεί άριστα αυτό το κριτήριο προσδιορισμού και μάλιστα οι συνέπειες από την εφαρμογή της εναρμονίζεται τέλεια με τις πιο έγκριτες εκτιμήσεις μας.

Τελικώς, οι μικτές αντιλήψεις έχουν το μειονέκτημα του να βασίζονται υπερβολικά στις διαισθητικές μας κρίσεις αλλά και εν τέλει να μην υψώνουν μια εναλλακτική απέναντι στην αρχή της διαφοράς. Η αρχή της διαφοράς δεν κοιτάζει απλώς στην επίτευξη ενός μέσου όρου ευζωίας (με την απλή επίκληση ανυποστήρικτων θεωριών περί δήθεν ισορροπίας/ μέσου όρου ακόμη και σε καταστάσεις όπου μια ομάδα υπερέχει έναντι άλλης) ούτε προσπαθεί να βρει έναν εύλογο ορισμό ενός διαπροσωπικού μέτρου ωφελιμότητας αλλά παρέχει σαφή κριτήρια (αυτό των λιγότερο ευνοημένων) για να αποφεύγει αυθαίρετες λύσεις (αυτή είναι η αγωνία του Ρώλς). Η εδώ θεωρία καταφέρνει να κάνει τις απαραίτητες διαπροσωπικές συγκρίσεις μόνο με ηθικά θεμελιωμένα κριτήρια (λχ τα πρωταρχικά αγαθά).

Στο τέλος του κεφαλαίου ο Ρώλς υπενθυμίζει τη σχέση της εδώ θεωρίας με την τελειοκρατία και τον ωφελιμισμό. Τρόπον τινά, η εδώ θεωρία καταλαμβάνει μία ενδιάμεση θέση ανάμεσά τους υπο την έννοια ότι ούτε το καθαρό υπόλοιπο ικανοποίησης είναι αυτό που την ενδιαφέρει (η διανομή δεν έχει να κάνει με τη ποσότητα κάποιας επιθυμίας) αλλά ούτε και προϋποθέτει ένα κριτήριο ανθρώπινης αριστείας (απλά και μόνο την τήρηση των 2 αρχών).

Ο Ρώλς απορρίπτει –ως τελειοκρατική- και την λεγόμενη αρχή της τελείωσης η οποία υποστηρίζει ότι στόχος των θεσμών είναι η προώθηση στο μέγιστο βαθμό ενός συγκεκριμένου τύπου αγαθού (λχ των επιστημών ή των τεχνών), Μια τέτοια αρχή δεν θα υιοθετείτο ποτέ στην πρωταρχική θέση καθώς θυμίζεται ότι τα άτομα γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει ένα αλλά πολλά κριτήρια τελείωσης (αφού υπάρχουν και πολλαπλά αγαθά) και άρα τους ενδιαφέρει απλά η μεγαλύτερη δυνατή ίση ελευθερία. Το επιχείρημα δεν είναι ότι δεν μπορούν να γίνουν επί μέρους συγκρίσεις των επιτευγμάτων μεταξύ ατόμων, απλά ότι δεν είναι αναγκαίο για τα μέρη να ανάγουν την κατ’ αξία εκτίμηση σε κριτήριο δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, τα όρια της ανθρώπινης τελείωσης για την δικαιοσύνη ως ακριβοδικία είναι η αρχή του ελευθέρως συνεταιρίζεσθαι. Αυτό δεν είναι μόνο μια πολιτική αρχή αλλά και κατ’ επέκταση μια αρχή διανομής: όπως πριν απορρίφθηκε η ιδέα να εξαρτάται η διανομή από την ηθική αξία έτσι και τώρα απορρίπτεται η εξάρτηση από την μεγαλύτερη εγγενή αξία. Άρα οι πόροι για την προαγωγή των τεχνών/ επιστημών πρέπει να υπακούουν στη λογική των 2 αρχών.

Για την εδώ θεωρία, αρκεί ότι τα άτομα είναι ηθικά πρόσωπα με τελικούς σκοπούς αλλά και ένα αίσθημα δικαιοσύνης. Η αρχή της τελείωσης μπορεί να παρεκκλίνει πολύ από τις δυο αρχές αφού δεν είναι απίθανο να θεωρήσει ότι οι ίσες ελευθερίες είναι αρνητικές για την μέγιστη παραγωγή ανθρώπινης αριστείας.

Με αυτό, ο Ρώλς έχει καταφέρει, πέραν του ωφελιμισμού, να αποδείξει ότι και οι τελειοκρατικές θεωρίες δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση μιας πολιτικής θεωρίας. Η εδώ θεωρία άλλωστε επιτρέπει ένα παραπάνω επίπεδο ευελιξίας αφού οι πολίτες δύνανται να συμφωνήσουν ομοφώνως (κανόνας ομοφωνίας του Wicksell) ότι μια τελειοκρατική αρχή μπορεί να προσφέρει ένα ακόμη μεγαλύτερο επίπεδο δημοσίων αγαθών και άρα ότι αξίζει να επιβληθούν μεγαλύτεροι φόροι (με δεδομένο βέβαια ότι ήδη διανομή που επιβάλλουν οι 2 αρχές έχει ήδη πραγματοποιηθεί και με δεδομένο ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν βλάπτει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των λιγότερο ευνοημένων). 

 

Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ