ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 
 
Λήψη υλικού σε pdf
 
     Ίση ελευθερία
 

Στόχος του τέταρτου κεφαλαίου είναι να αποδειχθεί ότι οι 2 αρχές διαμορφώνουν μια λειτουργική πολιτική θεωρία  για τους  θεσμούς. Η μέθοδος που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι αυτή των 4 σταδίων (πρόκειται στην ουσία για πολλαπλές οπτικές γωνίες) . Αυτή η μέθοδος θα μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες του εγχειρήματος της μεταφοράς των αρχών στους θεσμούς. Οι δυσκολίες έγκειται στο να βρεθεί ένας μηχανισμό με τον οποίο τα άτομα (τα οποία έχουν διαφορετικές απόψεις) να μπορούν όχι μόνο να συμφωνούν πότε μια συνταγματική διάταξη είναι ορθή αλλά και πότε ένας νόμος και μια πολιτική είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα αλλά, τέλος, και ποια είναι τα όρια της πολιτικής δέσμευσης, δηλαδή έως ποιού σημείου το  άτομο πρέπει να δεσμεύεται από τις  αποφάσεις της πλειοψηφίας.

Κάθε στάδιο, οδηγεί σε μια σταδιακά όλο και αυξανόμενη άρση του πέπλου.  Πρώτο στάδιο (εκκινεί αμέσως μετά την συμφωνία των 2 αρχών) είναι η συντακτική συνέλευση και η θέσπιση αρχών, δικαιωμάτων και διαδικασιών σύμφωνων με τις 2 αυτές αρχές. Οι δύο αρχές είναι με άλλα λόγια, ένα πρότυπο επιθυμητού αποτελέσματος.

Σε αυτό το πρώτο στάδιο, το πέπλο παραμένει αναφορικά με το στάτους και τα χαρίσματα, αλλά τα εμπόδια για πληροφορίες όπως οι πόροι της κοινωνίας και η πολιτικής της κουλτούρα έχουν αρθεί. Πιο πρακτικά, ο Ρωλς θεωρεί απολύτως αναγκαία την προστασία δικαιωμάτων όπως η ελευθερία συνείδησης/ σκέψης και βασικές ατομικές ελευθερίες. Επίσης,  οι διαδικασίες πρέπει να είναι  τέτοιες που να αποτρέπεται η παραγωγή νόμων με έναν χαρακτήρα ωφελιμιστικό. Σε γενικές γραμμές, το πρώτο στάδιο –η συντακτική συνέλευση- είναι επιφορτισμένη με την προστασία της αρχής της διαφοράς.

Το δεύτερο στάδιο –η νομοθετική συνέλευση- αφορά στην δίκαιη νομοθεσία. Εδώ η μεγάλη πρόκληση είναι η προστασία της δεύτερης αρχής (της διαφοράς) και άρα ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται για τις ρυθμίσεις της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής­­. Στο παρόν στάδιο, είναι  γνωστές οι πληροφορίες για τις κοινωνικές και οικονομικές διακρίσεις.

Το τρίτο στάδιο είναι αυτό της εφαρμογής των κανόνων από δικαστές και άλλους  κρατικούς λειτουργούς. Εδώ, όλες οι πληροφορίες έχουν αρθεί.

Το τελευταίο στάδιο (θα αναλυθεί αργότερα) αφορά στα ζητήματα της πολιτικής ανυπακοής, που θα τεθεί ως πρόβλημα στο πλαίσιο της θεωρίας της μερικής συμμόρφωσης.

Σε επόμενο στάδιο, ο συγγραφέας ασχολείται με το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στις βασικές ελευθερίες (της πρώτης αρχής). Χωρίς να μπαίνει στην ουσία της θεωρίας  ανάμεσα σε θετικές/ αρνητικές ελευθερίες, θεωρεί ότι κάθε τέτοια ελευθερία χαρακτηρίζεται από 3 βασικά στοιχεία: α) τα υποκείμενα που είναι οι φορείς της β) οι περιορισμοί/ υποχρεώσεις ανοχής που επιβάλλονται στους τρίτους γ) οι περιορισμοί/ τα όρια δράσης του φορέα. Ο Ρωλς θυμίζει ότι οι θεσμοί μπορούν μόνο να ρυθμίσουν (με μόνο σκοπό την καλύτερη αξιοποίησή τους ή την διασφάλιση της δημόσιας τάξης) όχι να περιορίσουν τις ελευθερίες (περιορισμός επέρχεται με 2 τρόπους: είτε λόγω άνισης πρόσβασης μεταξύ ομάδων είτε λόγω γενικού προβλήματος στην έκταση της ελευθερίας. Τονίζεται ακόμη ότι οι ελευθερίες πρέπει να αποτιμώνται ως σύστημα,  όχι μεμονωμένα. Δηλαδή πρέπει να δούμε το σύνολο των περιορισμών που βαραίνει κάποια προς όφελος κάποιας άλλης για να αποφανθούμε εάν έχει περιορισθεί  υπέρμετρα.

Μια διευκρίνιση είναι αναγκαία: το ότι η αρχή της διαφοράς επιτρέπει την διαφορετική έκταση πλούτου/  εισοδήματος εφόσον ωφελούνται όλοι, δεν σημαίνει  ότι κάποιοι έχουν αποκλειστεί εντελώς, καθώς αυτό θα ήταν ανεπίτρεπτο ανεξάρτητα από το πόσο τελικά θα ωφελούνταν οι λιγότερο ευνοημένοι.

Σε επόμενο στάδιο, αναλύεται το περιεχόμενο κάποιων βασικών ελευθεριών σε σχέση με την πρώτη αρχή. Η πρώτη αρχή εξασφαλίζει το ίσο δικαίωμα στην κάθε ελευθερία, μια ιδέα που έχει σαφείς  καντιανές βάσεις.

Από εκεί και πέρα, στο ειδικό δικαίωμα της ελευθερίας συνείδησης, αυτή κρίνεται απαραίτητη από τα μέρη αφού, αν και αυτά δεν γνωρίζουν τις ακριβείς ηθικές και θρησκευτικές τους απόψεις  στην αρχική θέση, εντούτοις ξέρουν ότι θα κληθούν κατόπιν να τις υπερασπισθούν χωρίς να μπορούν να αντισταθμίσουν την έλλειψη υπεράσπισης των ηθικών/ θρησκευτικών τους απόψεων με οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη απολαβή. Επίσης, η επιλογή των ίσων ελευθεριών είναι η προσφορότερη δεδομένου και του ενδιαφέροντος των μερών της πρωταρχικής θέσης για τους απογόνους τους. Η πρώτη αρχή επομένως, εξασφαλίζει τη δυνατότητα αυτή. Το ζήτημα όμως είναι ότι και άλλες θεωρίες, όπως ο ωφελιμισμός, υπερασπίζονται την ελευθερία  ως απαραίτητη προϋπόθεση των ατόμων να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και τις ικανότητές τους (και κατ’ επέκταση τα συμφέροντα τους). Όμως, τονίζει ο Ρωλς, όσο είμαστε εντός της πάγιας ωφελιμιστικής προϋπόθεσης της μεγιστοποίησης της συνολικής ικανοποίησης,  η καθολική θεμελίωση των ελευθεριών είναι επισφαλής. Η ανάγκη λοιπόν για ελευθερία είναι ένα κοινό συμπέρασμα, αλλά οι προκείμενες διαφέρουν σε ποιότητα.

Ειπώθηκε ανωτέρω ότι ο περιορισμός των αξιών μπορεί να γίνει και χάριν της δημόσιας ασφάλειας (ένα επιχείρημα που έχει και  ρουσωική προέλευση). Προς διευκρίνιση, αυτό γίνεται από τη Κυβέρνηση (που δρα ως εκπρόσωπος των πολιτών) όχι επειδή έχει αρμοδιότητα σε θέματα ελευθεριών, ούτε επειδή πιστεύεται ότι έτσι εξυπηρετείται η αλήθεια κάποιου φιλοσοφικού ή άλλου δόγματος αλλά επειδή αυτό θα έπρατταν (λόγω του ότι αφορά εν τέλει το κοινό συμφέρον ανάπτυξης των ατομικών συμφερόντων) τα ίδια τα μέρη αν αποφάσισαν στην αρχική θέση. Εξυπακούεται ότι η επέμβαση είναι ανεκτή μόνο όταν το υπαγορεύει ένας κοινά αποδεκτός τρόπος σκέψης και όταν ο κίνδυνος δεν είναι απλά πιθανός αλλά βέβαιος. Τελικώς, η ανεκτικότητα δεν πηγάζει παρά μόνο από την θέληση για ισότητα στην ελευθερία.

Το επόμενο ζήτημα εξέτασης είναι παρεμφερές και αφορά στο ζήτημα της ανεκτικότητας αλλά αυτή τη φορά απέναντι σε μη ανεκτικούς (λόγω θρησκείας ή άλλης αιτίας). Ο Ρωλς διευκρινίζει ότι τυχόν περιορισμού ενός μισαλλόδοξου δόγματος δεν μπορεί να βρει καμία λογική αντεπιχειρηματολογία αφού κανείς δεν μπορεί να αξιώνει ελευθερία/ εξουσία να εξαναγκάζει τις επιλογές άλλων. Από την άλλη, η αντίδραση όσων κινούνται εντός των δύο αρχών δεν πρέπει να είναι  δυσανάλογη. Εάν το επιτρέπουν οι περιστάσεις θα πρέπει να διαπιστωθεί εάν οι μη ανεκτικοί μπορούν ψυχολογικά να επηρεασθούν θετικά από το ότι και τα δικά τους δικαιώματα είναι  πλήρως αναγνωρισμένα. Αν όχι, τότε ο περιορισμός των μη ανεκτικών πρέπει να είναι αναλογικός προς τον κίνδυνο που δημιουργούν (η πλήρης στέρηση της ελευθερίας τους πρέπει να είναι πραγματικά η έσχατη των επιλογών και μόνο για την αποκατάσταση της ίσης ελευθερίας).

Το συμπέρασμα είναι ότι μπορεί τα άτομα να διαθέτουν πολλαπλές και αντικρουόμενες θέσεις σε πληθώρα ζητημάτων αλλά στο χώρο της κοινωνικής οργάνωσης και της πολιτικής ηθικής, ισχύουν μόνο οι δύο αρχές.

Ο Ρωλς σε επόμενο επίπεδο εξηγεί  ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Συντάγματος, αυτό της προστασίας της ίσης συμμετοχής των πολιτών. Όπως στην αρχική θέση τα άτομα εκπροσωπούντο ισότιμα, έτσι και το Σύνταγμα πρέπει να φροντίζει (ως προϊόν ατελούς διαδικαστικής δικαιοσύνης) να μπορούν οι πολίτες να συμμετέχουν ισότιμα σε όλες τις νομοθετικές διαδικασίες που προβλέπει το Σύνταγμα. Έτσι, ένα δίκαιο Σύνταγμα (αυτό είναι η πολιτική δικαιοσύνη) δεν βλέπει τα κόμματα ως απλούς φορείς συμφερόντων (παρότι η διαπάλη των πεποιθήσεων είναι φυσιολογική) αλλά ως φορείς  ενός κοινού καλού, που εκλέγονται με τακτικές εκλογές και είναι υπόλογοι στο εκλογικό σώμα. Επίσης, δεν αρκεί η διασφάλιση της ισότητας της ψήφου αλλά και το ισοδύναμο της. Εκλογικές περιφέρειες που δεν αντιπροσωπεύουν ίσο αριθμό εκλογέων (gerrymandering) δεν είναι αποδεκτές.

Ακόμη, κάθε είδους  περιορισμοί και έλεγχοι της πολιτικής  εξουσίας (λχ δεύτερο νομοθετικό σώμα, έλεγχος συνταγματικότητας) είναι ανεκτοί μόνο εφόσον ισχύουν καθολικά. Με άλλα λόγια, είναι ευκολότερο να δικαιολογήσουμε  τέτοιους περιορισμούς παρά άνισες πολιτικές ελευθερίες. Πάντως, και αυτοί ακόμη οι περιορισμοί μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο στο βαθμό που ενισχύουν την γενικότερη σταθερότητα  και, κατ’ επέκταση, μεγαλύτερη ελευθερία  για όλους. Στόχος είναι  να βρεθεί μια ισορροπία στο σύνολο των ελευθεριών ακόμη και αν αυτό απαιτεί κάποιες μεταβολές στο πεδίο εφαρμογή τους. 

Επίσης, απαιτείται τα αξιώματα να είναι ανοικτά σε κάθε πολίτη (με μόνο τις αναγκαίες ρυθμίσεις λχ για την ηλικία) αλλά και η πληροφόρηση για δημόσια θέματα να είναι διάχυτη (αυτό δεν σημαίνει ότι η εδώ θεωρία επιβάλλει υποχρέωση συμμετοχής στα κοινά).

Κάθε είδους αθέμιτη απόπειρα χρήσης της περιουσίας πρέπει να απαγορεύεται. Έτσι, οι χορηγίες στα κόμματα πρέπει να έχουν όρια ενώ δεν αποκλείεται  και χρήση κρατικών κονδυλίων για την ενίσχυση της ισορροπίας του δημοσίου διαλόγου). Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι τα αποτελέσματα μιας ανισότητας σε επίπεδο πολιτικής δεν διαστρεβλώνει απλώς τον ανταγωνισμό (όπως θα συνέβαινε σε μια μονοπωλιακή αγορά) αλλά, κάτι πολύ σοβαρότερο, αλλοιώνει την έννοια της πολιτικής ελευθερίας. Τελικά, αν και όχι εντολείς, οι αντιπρόσωποι θα κριθούν από το πόσο προώθησαν συμφέροντα συμβατά με τις δύο  αρχές.

Και σε ότι αφορά το παρεμφερές ζήτημα του κινδύνου της μειοψηφίας από την εξουσία της πλειοψηφίας, ο Ρωλς υπενθυμίζει ότι αυτό δεν είναι σοβαρό καθότι εφόσον ο βασικός σχεδιασμός είναι δίκαιος, τότε ακόμη και η πιο ισχνή πλειοψηφία δεν δημιουργεί κίνδυνο στις ελευθερίες.  

Από την άλλη, δεν απουσιάζουν θεωρίες που δικαιολογούν την ανισότητα στις πολιτικές ελευθερίες. Για παράδειγμα ο Μίλλ υποστήριζε ότι οι ειδήμονες και οι σοφοί θα πρέπει να έχουν μια πιο ενισχυμένη θέση στις σχετικές δημόσιες συζητήσεις αφού εν τέλει αυτό θα αποδειχθεί προς όφελος του κοινού καλού. Όμως, συνεχίζει ο Ρωλς, το ζήτημα δεν είναι να αποδειχθεί ότι η πολιτική ανισότητα μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική αλλά να τονισθεί ότι η αίσθηση προσωπικής αυτοδιακυβέρνησης διαμορφώνει τόσο μια ολόκληρη πολιτική κουλτούρα όσο και μια ενίσχυση της αυτοεκτίμησης του μέσου πολίτη για τις πολιτικές και διανοητικές ικανότητές του. Τέλος, αυτή η «υποχρεωτική μαθητεία» στο πνεύμα συλλογικότητας, αναγκάζει τα άτομα να εξηγούν τις θέσεις τους όχι με όρους ατομικούς αλλά με αρχές που όλοι θα μπορούσαν να αποδεχθούν.

Ο Ρωλς αφιερώνει την επόμενη παράγραφο στην εξέταση της έννοιας του Κράτους  Δικαίου. Η έννοια  είναι συνώνυμη με την συνετή και αμερόληπτη εφαρμογή των κανόνων (και πολύ περισσότερο με τον αποκλεισμό της διαφθοράς, της δωροληψίας και όλων των άλλων παράνομων συμπεριφορών κατά την εφαρμογή κανόνων). Πρώτη πτυχή του Κράτους Δικαίου είναι η σύνδεση του με την ελευθερία: αν δηλαδή η έννομη τάξη είναι ένα σύστημα κανόνων, μόνο η συνετή και μη αποσπασματική τήρησή τους δημιουργεί βεβαιότητα για τις υποχρεώσεις του πολίτη αλλά και για τις αξιώσεις που μπορεί να εγείρει. Η βεβαιότητα που παράγεται από την συστηματική εφαρμογή διαμορφώνει ένα πρόσφορο έδαφος συνεργατικών σχημάτων και αυτό εν τέλει σημαίνει περισσότερη ελευθερία

Πάντως, οι όποιες υποχρεώσεις επιβάλλονται δεν πρέπει να αφορούν μη εκπληρώσιμα καθήκοντα. Ο φόβος του ότι μπορεί κάποιος  να τιμωρηθεί για πράξεις που δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει, όχι μόνο αποτελούν ένα δυσβάσταχτο βάρος αλλά και απονομιμοποιούν το σύστημα αφού αυτό δείχνει να δρα κακή τη πίστη. Πάντως, ο Ρωλς δέχεται απόκλιση από τον κανόνα «το πρέπει προϋποθέτει το μπορώ» για χάρη της αναγνώρισης της ανωτερότητας της ελευθερίας, σε περιπτώσεις δηλαδή που δεν μπορεί να προστατευθεί διαφορετικά από έναν επικείμενο κίνδυνο.     Μεταξύ δύο δεινών, επιλέγουμε το λιγότερο επαχθές.Ένα  επιπρόσθετο βάρος του Κράτους δικαίου που επιβαρύνει το νομοθέτη είναι αυτό των   υπαρκτών και σαφών νόμων, οι οποίοι μάλιστα δεν πρέπει να έχουν και αναδρομικοί ισχύ όταν είναι ποινικοί (nullum crimen).

Τώρα, αναφορικά με τις υποχρεώσεις του δικαστή, αυτός πρέπει να διατηρεί το νομολογιακό προηγούμενο παρά μόνο σε περιπτώσεις όπου μπορεί να δικαιολογήσει γιατί μια παρόμοια περίπτωση δεν μπορεί να ρυθμιστεί κατά τον τρόπο που ρυθμιζόταν μέχρι τώρα. Η σταθερή, δημόσια ερμηνεία  των νόμων, με το να συμπληρώνει άψογα το υπάρχον σύστημα κυρώσεων (στο οποίο προϋποτίθεται ότι οι κυρώσεις καταστρώνονται ορθολογικά και που τα σταθμισμένα πλεονεκτήματα της κύρωσης είναι μεγαλύτερα από τα μειονεκτήματα λόγω του περιορισμού της ελευθερίας, αναδεικνύοντας εν τέλει την κύρωση ως σταθεροποιητικός  μηχανισμός κοινωνικής  συνεργασίας), είναι πολύ ισχυρός λόγος να εμπιστευόμαστε τους νόμους και να μην έχουμε δυσπιστία ότι οι άλλοι δεν τους τηρούν.

Επίσης, μέρος του Κράτους Δικαίου είναι και αυτό που ο Ρωλς αποκαλεί φυσική δικαιοσύνη και είναι η διαδικαστική ακεραιότητα της δίκης ή αλλιώς η προσπάθεια διεξαγωγής δίκαιης δίκης με την έννοια ότι η όλη διαδικασία αποβλέπει πράγματι στην αναζήτηση της αλήθειας. 

Η εδώ θεωρία καταλήγει λοιπόν να προασπίζει την ελευθερία (εννοούμενη ως ίση πρόσβαση σε ένα σύνολο/ ένα σύστημα ίσων ελευθεριών, άρα η ελευθερία ως πρώτη αρχή) και να υπερβαίνει τον δογματισμό και την απουσία ανεκτικότητας όχι με την σχετική μόνο πειστικότητα τελολογικών θεωριών ούτε με κάποιον ηθικό σκεπτικισμό αλλά με τη βοήθεια έγκριτων εκτιμήσεων και του ιδιαίτερου χαρακτηριστικού, που είχε επισημάνει και ο Αριστοτέλης, της ικανότητας αντίληψης του δικαίου. Υπενθυμίζεται ότι η ελευθερία είναι λεξικογραφικά πρώτη σε σχέση με τη δεύτερη αρχή και πρέπει να θυσιάζεται μόνο όταν πρόκειται η ίδια πάλι να ωφεληθεί (δύο βασικοί τύποι περιορισμού που εξηγούνται ανωτέρω). Αυτό αποκαλείται κανόνας προτεραιότητας.

Πάντως, σχετικοί περιορισμοί (πέραν της διάπραξης αδικίας που αναλύθηκε ανωτέρω με το παράδειγμα των μη ανεκτικών) των βασικών ελευθεριών μπορούν να δικαιολογηθούν είτε  λόγω κάποιων συνθηκών του πολιτικού βίου (λχ στην ελευθερία λόγου) είτε λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών των ατόμων (λχ ανήλικοι). Σε αυτό το σημείο είναι φανερό ότι η εδώ θεωρία παίρνει το μέρος του weak paternalism και αυτό διότι στην αρχική θέση τα μέρη είναι λογικό να προετοιμαστούν για την περίπτωση που δεν θα μπορούν να φερθούν ορθολογικά. Άλλωστε, σ’ αυτό που ούτως ή άλλως θα πρέπει να στοχεύει ο ισχνός πατερναλισμός για τον συγγραφέα είναι τα πρωταρχικά αγαθά.

Το θέμα των περιορισμών της ελευθερίας εγείρει το ερώτημα εάν ο σχεδιασμός της  εδώ θεωρίας είναι ένας σχεδιασμός που την καθιστά απόλυτη δίκαιη/ ιδανική θεωρία (και όπου τα μέρη έχουν συμφωνήσει σε μια απόλυτη  συμμόρφωση) ή εάν ο σχεδιασμός μπορεί να λειτουργήσει και σε λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες. Ο Ρωλς έχοντας ήδη παρουσιάσει κάποια είδη περιορισμών αναφέρει ότι η θεωρία του είναι σχεδιασμένη για να λειτουργήσει κατ’ αρχήν ιδανικά (οι εξαιρέσεις των φυσικών χαρακτηριστικών και του πολιτικού βίου ανήκουν εδώ) ενώ περιορισμοί όπως η αντιμετώπιση της αδικίας των μη ανεκτικών ανήκει σε ένα δεύτερο (μη ιδανικό) μέρος στο οποίο όμως δεν παύει να ισχύει ότι ειπώθηκε και ανωτέρω, ότι η ελευθερία πρέπει να περιορίζεται μόνο εφόσον πρόκειται να ενισχυθεί παραπάνω και όταν πρόκειται να αποφευχθούν ακόμη μεγαλύτερες αδικίες. Δεν αποκλείεται σε μια κοινωνία καταφανώς άδικη η οποία αρχίζει να συγκλίνει με τις δύο αρχές να προτιμάται ακόμη και η δουλεία (πάλι όμως ως μέτρο παροδικό) εάν αυτή φαντάζει προτιμότερη από άλλες επικρατούσες πρακτικές.

Σε αυτό το  σημείο ο Ρωλς επισημαίνει ότι  η προτεραιότητα της ελευθερίας έχει εν τέλει μια καντιανή προέλευση. Με το να θεωρεί ότι η ηθική είναι προϊόν ορθολογικότητας, ο Καντ είναι κοντά στο αίτημα τόσο του να είναι οι αρχές αποδεκτές από όλους όσο και του να είναι δημόσιες. Η πρωταρχική θέση είναι, ως σύλληψη, πολύ κοντά στις απαιτήσεις αυτές. Άλλωστε, επιτομή της αυτονομίας στον Καντ είναι το άτομο να αποφασίζει με όσο το δυνατόν έλλογα και ελεύθερα και αυτό σημαίνει, για τον Ρωλς, χωρίς τη συνδρομή βιολογικών παραγόντων και κοινωνικών θέσεων (τους ίδιους περιορισμούς δέχεται και η εδώ θεωρία καθώς θεωρεί ότι έτσι εκφραζόμαστε περισσότερο προς τη φύση μας).  Το ότι η εδώ θεωρία χρησιμοποιεί το προϊόν της έλλογης σκέψης για την συναγωγή αρχών της βασικής θέσης, αυτό δεν την απομακρύνει από την καντιανή θέση.

Ακόμη, οι δυο αρχές είναι με καντιανούς όρους, κατηγορικές προσταγές υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για απλές υποθετικές προσταγές (που εξαρτώνται από συγκεκριμένες επιθυμίες και σχέδια) αλλά για προσταγές που μας δεσμεύουν εκ μόνης της ορθολογικότητάς μας ως όντα (δεν χρειάζονται καμία άλλη προκείμενη για να συναχθούν). Σύνδεση με την καντιανή έννοια της αυτονομίας υπάρχει και αναφορικά με την θέση της αμοιβαίας αδιαφορίας των μερών. Διότι μόνο έτσι τα άτομα δεν περιορίζονται αναφορικά με τα σχέδια και τις επιθυμίες τους. Κανείς δεν απαιτείται να είναι αλτρουιστής, αγαθόβουλοι ή οτιδήποτε άλλο και τίποτα δεν εμποδίζει να έχουν τα μέρη αντιτιθέμενες αξιώσεις.

Ίσως, δε, η εδώ θεωρία να συμπληρώνει την καντιανή θεωρία στο ότι αποδεικνύει ότι το να υιοθετούμε τον ηθικό νόμο δεν είναι απλά θέμα ορθολογικότητας αλλά και μέρος της φύσης μας, δηλαδή η μόνη από τις άπειρες επιλογές που μας αφήνει η δυνατότητα επιλογής. Η πρωταρχική θέση είναι ότι πιο κοντά στη φύση μας. Γι’ αυτό και όπως λέει ο Καντ, το να αγνοούμε τον ηθικό νόμο δεν προκαλεί ενοχή αλλά ντροπή καθώς η τήρησή του είναι ζήτημα αυτοσεβασμού και όχι εντολής. Πάντως, μια διαφοροποίηση της εδώ θεωρίας είναι το ότι η προσωπική επιλογή έχει έντονα συλλογικό χαρακτήρα (και αυτό γιατί αφού ο καθένας είναι ελεύθερος εν τέλει πρέπει ένας προς έναν να αποδεχθεί τις αρχές). Μια δεύτερη διαφοροποίηση αφορά στο ότι τα μέρη εδώ γνωρίζουν τους περιορισμούς της ανθρώπινης κατάστασης (σπάνη πόρων και αντιτιθέμενα συμφέροντα)  ενώ στον Καντ φαίνεται η δικαιοσύνη να μην έχει καθόλου σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα. 

 

Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ