ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

Λήψη υλικού σε pdf
 

Η πρωταρχική θέση

Σε αυτο το τριτο κεφάλαιο ο Ρώλς θα επιχειρηματολογήσει για το σχήμα της ίδιας της πρωταρχικής θέσης. Με αλλα λόγια, θεωρεί οτι εαν λάβουμε ως δεδομένο οτι τα άτομα ειναι ορθολογικά και οτι το καθένα επιδιώκει το δικο του σχέδιο ζωής και εαν αυτα τα άτομα ρωτούνταν τι ειναι δικαιοσυνη και πως μπορει να επιτευχθεί, τοτε η απάντηση θα ηταν οτι δικαιοσυνη ειναι αυτο που τα άτομα αυτα θα συμφωνούσαν υπο καθεστώς αρχικής κατάστασης και υπο συνθήκες πέπλου άγνοιας. Το αποτελεσμα (οι 2 αρχές) δεν ειναι  παρα το ιδανικό σημειο ισορροπίας αντιτιθέμενων συμφερόντων. 

Τον Ρωλς δεν τον ενδιαφέρει οποιοδήποτε σημειο ισορροπίας αλλα αυτο που προστατεύει την ισοτιμία των μερών και το status quo. Με αλλα λόγια, αυτο που πιστεύει οτι διαφοροποιεί την θεωρια του δεν ειναι η πρωταρχική θεση αυτη καθ εαυτή αλλα το οτι τι θα συμφωνούσαν τα μέρη σ αυτην.

Ο Ρωλς ξεκαθαρίζει δυο ζητήματα: αφενός, παρότι ευελπιστεί να δείξει οτι η θεωρια του δεν εχει απλα μια ισχυρή πιθανολόγηση εφαρμογής αλλα οτι αποτελεί την καλύτερη δυνατή επιλογή, δεν φτάνει σε ενα σημειο "ηθικής γεωμετρίας". Αφετέρου, γνωρίζει οτι καθε (συμβολαιικη και μη) ηθικη θεωρία εχει τη δικη της πρωταρχική θεση (ακομη και αν δεν εχει τη μορφη της συμβολαικης κατάστασης) που καταλήγει σε ενα αποτελεσμα. Θα προσπαθήσει ομως να αποδείξει οτι μονο το αποτελεσμα της δίκης του πρωταρχικής θέσης ειναι το προϊόν έγκριτων θέσεων που τελούν σε αναστοχαστική ισορροπία και οτι σε σχέση με ωφελιμιστικες, τελολογικές, διαισθητικές και εγωιστικές αντιλήψεις, η δικη του θα επιλέγονταν. Με αλλα λόγια, η μορφη της θεωρίας θα μπορούσε να μην πάρει αυτην της πρωταρχικής θέσης αλλα μιας άλλης πιο τυπικής μορφής. Αυτο ομως που ειναι σημαντικό ειναι η απλότητα της και η παραστατικότητα της. Ομως δεν ειναι καθ' εαυτή ουσιώδες μέρος της θεωρίας υπο την εννοια οτι τα ίδια αποτελεσματα (οι 2 αρχές) θα προέκυπταν ακομη και αν το άτομο κατα μόνας έμπαινε σε διαδικασία αναστοχαστικής ισορροπίας. Άρα εν τελει, το επιχείρημα ειναι να υιοθετήσουμε μια συγκεκριμένη οπτική γωνία.

Ο Ρωλς σε επόμενο στάδιο εξηγεί οτι καθε θεωρια πρεπει να λαμβάνει υπ' όψιν κάποιες περιστάσεις που επικρατούν και διαμορφώνουν τον χαρακτηρα της δικαιοσύνης (η μελετη των περιστάσεων εχει γινει απο τον Χιουμ). Υπάρχουν 2 ειδών περίστασεις: α) οι αντικειμενικές που αφορούν στο οτι τα άτομα έχουν παραπλήσιες φυσικές ικανότητες και άρα δεν επικρατεί ο ενας του αλλου και το οτι επισης υπαρχει σπανη πόρων και άρα δεν μπορούν ολα τα σχέδια να εκπληρωθούν β) οι υποκειμενικες που ειναι διετές: αντίθετα συμφέροντα (ακομη και αν ειναι αποτελεσμα ηθικού λάθους η εγωπάθειας) αλλα και ταυτότητα συμφερόντων. Απο τη μια δηλαδη προςπαπαθεια μεγιστοποίησης της ατομικής ωφέλειας, απο την αλλη, ανάγκη διατήρησης να κοινωνικής συμβίωσης. Αν δεν υπήρχε η σπανη αλλα και η ετερότητα των συμφερόντων, δεν θα υπήρχε και ανάγκη για δικαιοσυνη. 

Παρεπιμπτοντως, θυμίζεται οτι ο Ρώλς προσπαθεί να μην επιβαρύνει την πρωταρχική θεση με περιττά ψυχολογικα και συναισθηματικά στοιχεία με στόχο να διατηρήσει οσο γινεται πιο απλές τις συνθήκες των δυο Αρχών: ετσι, στοργή, συμπάθεια ή μίσος δεν λαμβάνονται υπ' όψιν (ουτε άγιοι και ήρωες αλλα ουτε και δαίμονες) παρα μονο η αδιαφορία των ατόμων για τα συμφέροντα των άλλων.

Πριν προχωρήσει στην αναλυση, ο Ρωλς αναπτύσσει τη προβληματική των περιορισμών στον ορισμό του ορθού: θεωρει οτι καθε θεωρια περιορίζεται απο εγγενή όρια που εχει η αναζήτηση ηθικών άρχων (μια απο τις οποίες ειναι και η δικαιοσυνη που μας αφορα εν προκειμενω). Εντοπίζει 5 τέτοιους περιορισμούς: 

Α) τη γενικότητα. Το ορθό δεν πρεπει κατα την περιγραφή του να περιλαμβάνει αλλες έννοιες, αλλα ουτε ονόματα (αντωνυμίες ή καθε τι που κανει αναφορά σε άτομο ή σύνολα ατόμων) ή αναφορά σε καταστάσεις. Ο μόνος τρόπος να αποδεχθεί αυτο ειναι να ακολουθείται αυτο που θεωρείται απολύτως εύλογο και να αποφεύγονται ετσι οι ορισμοί.

Β) τη καθολικότητα. Οι αρχές του ορθού θα πρεπει να μπορούν να εφαρμοστούν απο ολα τα άτομα ως ηθικές μονάδες. Αυτο σημαίνει οτι αφενός δεν πρεπει οι συνέπειες τους να μην ειναι αντιφατικές αλλα και να ειναι ίδιες σε όλους.

Γ) τη δημοσιότητα. Αυτη η προϋποθεση ειναι κατι παραπάνω απο οτι προστάζει η καθολικότητα. Δεν χρειαζεται μονο να εχουμε συνείδηση των αρχών αλλα πρεπει να τις θεωρούμε ως καταστατικές αρχές, ως μέρος ενός δημοσίου συστήματος αρχών ή, οπως θα το έθετε ο Καντ, ως μέρος ενός βασιλειου σκοπών.

Δ) την διάταξη των αιτημάτων. Καθε θεωρια ορθού πρεπει να μπορει να κατατάσσει/ ιεραρχεί αιτήματα (οσα μπορει και ει δυνατον ολα) των κοινωνών και να κρίνει πια απο αυτα (τα πιο σημαντικά) θα εκπληρωθούν. Φυσικα τα αποτελεσματα πρεπει να ειναι εξίσου ορθά: δεν μπορει δηλαδη να ικανοποιούνται αυτα τα αιτήματα που αποτελούν προϊόν βίας ή απειλής. Ουτε εκείνα που αποτελούν αποτελεσμα της κοινωνικής θέσης κάποιων (εξ ου και το πέπλο). Με αλλα λόγια, η "ειρηνευτική ισχύς" των δυο αρχών θεωρει οτι τα άτομα έχουν ίσο ξαι ουδέτερο status quo. 

Ε) την τελικότητα. Τα αποτελεσματα που προκύπτουν απο την εφαρμογή των 2 άρχων ειναι τα καταληκτικά. Δεν θα μπορει κανεις νομος/ έθιμο/ κοινωνικη πρακτική να τα επαναξιολογήσει. Άλλωστε, ανεξάρτητα απο το ποιο ειναι το αποτελεςμα, δεν τίθεται για κανεναν θεμα θεμα αδικίας ή αυτοθυσίας αφού οι δύο αρχές έχουν ηδη σχηματισθεί με το δεδομένο οτι τα άτομα ειχαν υπ' όψιν τους το προσωπικό συμφέρον.

Μετα απο αυτούς τους 5 περιορισμούς, ειναι δεδομένο οτι καθε ηθικη θεωρια εγωισμού θα ετίθετο εκποδων. Αυτο ειναι άλλωστε και λογικο/ ευλογοφανες αφου δεν θα μπορούμε να υπαρχει καν διατύπωση του προβλήματος της συμβιωσης εαν τα μέρη αξίωναν εγωιστικά το συμφέρον τους.

Ο Ρωλς αναφέρει σύντομα και τη φύση του πέπλου αγνότητος. Ειναι, για τον ιδιο, μια αλλη διατύπωση της κατηγορικής προσταγης που μας επιβάλλει να προσαρμόζουμε τις πράξεις μας σαν αυτές να ηταν καθολικές. Με το πέπλο, αγνοείται η τάξη, η γενιά, η ευφυΐα, στοιχεία του χαρακτηρα (ριψοκίνδυνος η μη, αισιόδοξος η οχι) αλλα δεν αγνοούνται οι βασικοί νόμοι της ανθρώπινης ψυχολογίας και οι περιστάσεις που ειναι αναγκαίες για τη διαβίωση.

Απαντώντας σε πιθανό επιχείρημα οτι θα επρεπε τα μέρη να μπορούν να αποφασίζουν με όλες τις δυνατές γνώσεις διαθέσιμες, ο Ρώλς απαντά οτι αυτο θα ηταν άσκοπο για 2 λόγους: α) διοτι με το πέπλο η εδω θεωρια καταφέρνει να αποφεύγει τον σκόπελο των διαπραγματεύσεων που θα προέκυπταν εαν τα μέρη ειχαν πλήρη εικόνα του ποιοι ειναι και τι θέλουν (πρόκειται για ενα επιχείρημα υπέρ της απλότητας το οποίο ομως ειναι σημαντικό διοτι η εδω θεωρια θεωρει αναγκαία την ύπαρξη πλήρους ομοφωνίας για τις 2 αρχές) β) εν τελει δεν εχει κανενα νοημα για μια διαδικαστική θεωρια να λεει οτι δίκαιο ειναι αυτο (το όποιο αυτο) αποφασίσουν τα μέρη. Στόχος ειναι να τεθούν ευλογία περιορισμοί σε αυθαίρετες πληροφορίες και το πέπλο το πετυχαίνει αυτο. Με αλλα λόγια, πρεπει να αποφευχθούν σκόπιμα κάποιες πληροφορίες διοτι μονο ετσι θα επιτύχουμε μια σωστη θεση εκκίνησης που να θα ικανοποιεί τον σεβασμό του ατόμου ως ηθικής μονάδας.

Σε επόμενο στάδιο εξετάζεται η φύση της ορθολογικότητας των ατόμων. Τα άτομα μπορούν να κανουν μακροπρόθεσμα σχέδια αλλα πρωτιστως να μπορούν να επιλέγουν εκείνες τις επιλογές που δεν θα δημιουργήσουν ασυνέπεια αλλα εν τελει θα προωθησουν και τους στόχους. Επισης, ορθολογικότητα σήμαινει τα άτομα να μην ζηλοφθονουν απέναντι στους άλλους ακομη και αν αυτοί ειναι καλύτεροι (με την προϋποθεση οτι η διάφορα δεν ειναι χαώδης αλλα και οτι δεν ειναι προϊόν αδικίας). Τελος, η ορθολογικότητα εχει να κανει οχι μονο με την πρωτη αλλα και την δεύτερη ηθικη ικανότητα των ατόμων: την αίσθηση δικαιοσύνης ή με άλλα λόγια το οτι καθε συμφωνία επι των αρχών θα τηρηθεί απαρέγκλιτα. Συνεπώς, η ορθολογικότητα προηγείται και του πέπλου και της αναστοχαστικότητας. Τα μέρη θα συζητήσουν επι του ζητήματος της συμβίωσης τους με δεδομένη την ορθολογικότητα. 

Το οτι η ορθολογικότητα απαιτεί την αδιαφορία για τα συμφέροντα των άλλων δεν σημαίνει οτι η εδω θεωρια καταλήγει υπέρ ενός εγωισμού. Η αδιαφορία αφορα μονο στην πρωταρχική θεση και μονο στην υιοθέτηση των 2 αρχών (έμμεση μονο επίδραση). Οταν ενα άτομο ειναι εντός μιας κοινωνίας με δίκαιη δομή τοτε τα λογικά και ηθικά αίσθηματα ειναι λογικο να λαμβάνονται υπ' όψιν (η ανθρώπινη ψυχολογία λειτουργεί υπέρ των ηθικών συναισθημάτων οταν δρα σε καθεστώς δικαίων θεσμών).

Μεχρι εδω, ο Ρωλς εχει εξηγήσει την ορθολογικότητα, το πέπλο άγνοιας αλλα και την πρωταρχική θεση. Αυτο που επιχειρεί τώρα ειναι να αποδείξει οτι με βαση όλα τα παραπάνω, η συμφωνία επι των 2 άρχων ειναι φυσική και αναπόφευκτη. Πιο ειδικά, εφόσον τα άτομα ξέρουν οτι δεν μπορούν να διεκδικήσουν ειδικα προνόμια αλλα ουτε και να μειονεκτούν, θα αποφασίσουν κατ' αρχήν μια ίση πρόσβαση σε βασικές ελευθερίες. Επειδη ομως, ενω γνωρίζουν την ετερότητα των σχεδίων των ατόμων δεν ζηλοφθονουν, ειναι λογικο να δεχτούν τυχόν διαφοροποιήσεις εφόσον διατηρείται η πρόσβαση στις ανωτέρω ελεύθεριες. Με αλλα λόγια, το άτομο ως ηθικη μονάδα ενδιαφέρεται οχι για ενα συγκεκριμένο σε τόπο και χρόνο σχέδιο αλλα πρωτιστως για την ελεύθερια του να μπορει αυτα τα σχέδια να τα αλλάζει, να τα υποστηρίζει και να τα εγκαταλείπει. Άρα, δεν ενδιαφέρουν οι τελικοί σκοποί αλλα το να διαμορφώνονται αυτοί σε καθεστώς ελευθερίας. Μετα απο αυτα, γινεται κατανοητό οτι καμια ελευθερία δεν μπορει να συνθλίβει απο την οποιαδήποτε οικονομική ευημερία (προτεραιότητα της πρώτης αρχης) και οτι τυχόν περιορισμός τους γινεται ανεκτός μονο στο βαθμο που αυτο ειναι πρόσκαιρο και αναμένεται η ακομη πιο αποτελεσματική προστασία τους.

Σε επόμενο στάδιο ο συγγραφέας εξηγεί την σχέση των 2 αρχών και του κανόνα maximin. Αυτός ο κανόνας αποτελεί ενα ιδιάζον κριτήριο απόφασης/επιλογής και σημαίνει οτι το άτομο επιλέγει απο όλες τις εναλλακτικές που υπάρχουν, αυτη με το λιγότερο κακο σενάριο.

Ο παράδοξος αυτός κανόνας καθίσταται εύλογος εαν επισημανθεί οτι η εφαρμογή του προϋποθέτει οτι το άτομο δρα υπο συνθήκες αβεβαιότητας. Αυτές ειναι καταστάσεις που εμφανίζουν τα ακόλουθα 3 χαρακτηριστικα τα οποια παρουσιάζονται και στην κατάσταση της πρωταρχικής θέσης: α) πλήρη αδυναμία του προσώπου να εκτιμήσει απο πλευράς πιθανοτήτων τη πιθανότητα επέλευσης καθε εναλλακτικής (πράγματι στην πρωταρχική θεση οχι μονη δεν μπορει να υπάρξει πιθανολόγηση επέλευσης των εναλλακτικών αλλα ουτε καν των κοινωνικών περιστάσεων που επικρατούν β) το πρόσωπο ενδιαφέρεται πρωτιστως να εξασφαλίσει ενα μίνιμουμ απο ενα αγαθό και οχι το μάξιμουμ το οποίο ομως μπορει να οδηγήσει σε πλήρη απώλεια (πράγματι, η πρωταρχική θεση δίνει βαση στην προστασία ενός κοινωνικού μίνιμουμ που ειναι οι ελευθερίες και οχι το αντιθετο) γ) το πρόσωπο ξερει οτι όλες οι αλλες εναλλακτικές μπορούν να οδηγήσουν σε χειρότερα αποτελεσματα (λχ ο ωφελιμισμος ο οποιος μπορει να δικαιολογήσει σοβαρούς περιορισμούς)

Ο Ρωλς σε αυτο το σημειο προλαβαίνει μια κριτική γυρω απο την αρχη της διαφοράς: η εδω θεωρια δεν θα μπορούσε ποτε να δεχτεί χασματικες διαφοροποιήσεις μεταξυ περισσοτερο και λιγότερο ευνοημενων για 3 λόγους: α) γιατι αυτο θα σημαίνει καλη λειτουργία της αρχης των ίσων ευκαιριών  β) γιατι ουτως η άλλως οι τεράστιες ανισότητες ειναι απίθανο να συμβούν δεδομένου οτι αναμένουμε οτι καθε βελτίωση της κατάστασης των πλέον ευνοημενων θα δημιούργησει σοβαρές οργανωτικές υποδομές ανάπτυξης (λχ παιδεία ή και αλλου) και για τους λιγότερο ευνοημένους γ) ειναι απίθανο να δημιουργηθούν τέτοιες ανισότητες σε ενα καθεστώς ανταγωνιστικής οικονομίας και ανοικτού ταξικού συστήματος. Επ' αυτού του σχολίου επισημαίνεται οτι ο Ρωλς δεν θεωρει προβληματικό για την θεωρια του το να γνωρίζουν τα άτομα στην πρωταρχική θεση τους βασικούς κανόνες λειτουργίας της οικονομίας και των θεσμών. Κατι τετοιο, λεει, ειναι απλως αναγκαίο αλλιώς, εαν δεν υπήρχε ουτε μια βασική προιδεαση για θεσμούς και κανόνες ανθρώπινης ψυχολογίας, τοτε δεν θα ηταν εφικτή καμια επιλογή. Επισης, η εδω θεωρια βασίζεται πολυ λιγότερο απ' οτι ο ωφελιμισμος σε φυσικα γεγονότα και περισσοτερο στην άμεση ενσωμάτωση ιδεωδών (οπως η εξασφάλιση των δυο αρχών) για τη δικαιοσυνη στις 2 αρχές. Ουτε αυτο δεν ειναι προβληματικό, συνεχίζει ο Ρωλς, αφου ετσι αποφεύγονται αφενός οι πολύπλοκες αιτιολογήσεις για τις 2 αρχές αλλα και επειδη φαινεται να φτάνει πιο άμεσα στον στόχο που ειναι το απαραβίαστο της συμφωνίας επι των 2 αρχών.

Σε επόμενο στάδιο ο Ρωλς αναφέρεται στην παρουσίαση της θεωρίας της μέσης ωφελιμότητας. Πρόκειται για μια παραλλαγή της κλασσικής θεωρίας η οποα επι της ουσίας επιλέγει μια τέτοια διαρρύθμιση των θεσμών ώστε να μην ειναι αποφασιστικό κριτήριο η συνολική ευτυχία αλλα η κατα κεφαλήν. Αντιθέτως, η κλασική ρύθμιση μπορει να αγνοεί τις συνέπειες στη μεση ωφελιμότητα εαν αυτο ευνοεί τα συνολικά νούμερα. Αυτο ομως μπορει σε πολλές περιπτώσεις να προβεί αναποτελεσματικό σε τετοιο βαθμο ώστε εν τέλει η μεση ωφελιμότητα να κρίνεται σημαντικότερη απο την κλασική αποψη στην πρωταρχική θεση: λχ στην περίπτωση όπου ο πληθυσμός μιας κοινωνίας μεταβάλλεται προς τα πανω σε βαθμο που αυτο να μειώνει σταδιακά την μεση ωφελιμότητα, η κλασική αποψη απαιτεί μια επ' άπειρον αύξηση του πληθυσμού ώστε η μείωση στη μεση ωφελιμότητα να αντισταθμίζεται απο μια αύξηση της συνολικής ωφελιμότητας. Η προτίμηση αντιθέτως της μέσης ωφελιμότητας φαινεται πιο εύλογη αν υποθέσουμε μια πρωταρχική κατάσταση στην οποια το άτομο δεν εχει καμια εικόνα για το αγαθό αλλα ουτε και τις πιθανότητες να αποκτησει. Σε αυτη τη περίπτωση, λεει ο Ρωλς, ειναι εύλογο οι προσδοκίες του ατόμου να ταυτίζονται με τη μεση ωφελιμότητα. Μαλιστα, η μεση ωφελιμότητα ομοιάζει με την αρχη της διαφοράς σε αυτο: καταλάβαινει την ανάγκη για αποφυγή κινδύνου που χαρακτηριζε καθε φυσιολογικό άτομο στην πρωταρχική θεση και, ως εκ τούτου, αναλαμβάνει να προστατεύσει αναλόγως τα μέρη.

Ομως και παλι, δεν φτάνει να ειναι τόσο εύλογη ώστε να προτιμηθεί στην πρωταρχική κατάσταση, τελειώνει το επιχείρημα ο Ρωλς. Και αυτο για 

2 λόγους: Πρώτον γιατι η μεση ωφελιμότητα βασίζεται σε πιθανολογικούς ισχυρισμούς χωρις ομως αυτοί να βασίζονται σε αντικειμενικα γεγονότα που θα μπορούσαν να ειναι ισχυρές βάσεις για τις πεποιθήσεις μας. Αντίθετα, οι πιθανολογικοί αυτοί ισχυρισμοί βασίζονται στην αρχη του μη αποχρώντος λογου. Δεύτερον γιατι εαν υποτεθεί μια κατάσταση πλήρους άγνοιας, ειναι εύλογο τα μέρη να στραφούν προς την εξασφάλιση των βασικών ελεύθεριων τους και οχι της μέσης ωφελιμότητας. Αυτο διοτι ενω η εδω θεωρια θεωρει οτι τα άτομα έχουν διαφορετικές αντιλήψεις περί αγαθού και οτι παρόλο που δεν το γνωρίζουν επακριβώς, εντούτοις έχουν διαμορφωμένη βούληση και γνωση της διαφορετικότητας, η μέθοδος για την εξεύρεση της μέσης ωφέλιμοτητας αντιμετώπιζει τα άτομα οχι ως "καθορισμένα" αλλα "γυμνά": δηλαδη, για να εξευρεθεί η μεση ωφελιμότητα, απαιτείται απο τα άτομα να έχουν ενοποιημένες προσδοκίες, με την εννοια οτι δεν έχουν ξεχωριστές αντιλήψεις αλλα οτι τα τελικα σχέδια τους ειναι διαμορφωμένα απο μια κοινή συνάρτηση ωφελιμότητας.

Ο Ρωλς, κλείνει την υποστήριξη του στην προτίμηση των δυο αρχών, θυμίζοντας οτι ακομη και σε καταστάσεις αβεβαιότητας (maximin) οι θεωρίες θα πρεπει να χαρακτηρίζονται απο δημοσιότητα και τελικότητα, δηλαδη αφενός να ειναι μπορούν να συμφωνηθούν απο όλους αλλα και ολοι να γνωρίζουν οτι η συμφωνία θα τηρηθεί ανεξαιρέτως, ακομη και αν πάρει τη χειριστή δυνατή μορφη. Οι δυο αρχές καλύπτουν πολυ καλα τις 2 αυτές προϋποθεσεις αφου τα μέρη δεν διακινδυνεύουν ποτε να βρεθούν χωρις βασικές ελεύθεριες χάριν κιολας μιας κάποιας υπέρτατης μορφής αγαθού. Με αλλα λόγια, ειναι κτισμένες οι 2 αρχές πιο κοντα στους κανόνες της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ενα δεύτερο επιχείρημα υπέρ των 2 αρχών έγκειται στο οτι μπορούν καλυτερα απο των ωφελιμισμο να παράγουν μια διάθεση υποστήριξης τους απο τους πολίτες. Δεδομένου οτι τελικα ο ωφελιμισμος απαιτεί κάποιες φορες να ταυτιστούμε περισσοτερο με συμφέροντα άλλων ξαι οχι τα δικα μας, και δεδομένου οτι βασικός ψυχολογικός νομος ειναι κανεις να υποστηρίζει οτι ειναι πιο κοντα στις δικές του αποψεις για το αγαθό, οι 2 αρχές συμπλέουν με τους νόμους των ανθρωπίνων κινήτρων (αφου δεν απαιτούν κανενός ειδους θυσία και κανενός ειδους αγαθοβουλια ως βασική αρετή των ατόμων) και άρα ειναι σταθεροτεροι. Ειναι σταθεροτεροι και για τον λογο οτι τελικα, με το να θεωρούν τις φυσικές ή κοινωνικές ανισότητες ως ενα κοινωνικό κεφάλαιο το όποιο πρεπει να παράγει αμοιβαία ωφεληματα, προωθούν εναν αμοιβαιο σεβασμό μεταξυ των κοινωνών κι αυτός ο σεβασμός ειναι, με τη σειρα του, αναγκαίος για να θεωρούμε και εμάς τους ίδιους άξιους (αυτοσεβασμός ή κατοχύρωση της προσωπικής αξίας). Εν τελει, πραγματώνει με απόλυτο τροπο την μεταχείριση του ατόμου οχι ως μέσου αλλα ως αυτοσκοπού (με την εννοια οτι αυτοσκοπός ειναι το άτομο υπο την προστασία των αρχών που θα ειχαν συμφωνηθεί σε μια πρωταρχική κατάσταση).

Μετα απο αυτα, γινεται πλέον φανερό οτι η μονη δημόσια θεωρια δικαιοσύνης που θα μπορούσε να προκυψει σε μια κατάσταση αναστοχαστικής ισορροπίας (η πρωταρχική θεση ειναι μια τέτοια κατάσταση αφου ενσωματώνει όλες τις εύλογες συνθήκες για τη δικαιολόγηση μιας καθημερινής αντίληψης δικαιοσύνης) θα ηταν ταυτόσημη με τις 2 αρχές. 

Τελευταίο σχολιο σ αυτο το κεφάλαιο αφορα στην κριτική του συγγραφέα έναντι οχι πια στον μέσο ωφελιμισμό αλλα στην κλασική αντίληψη του. Θυμίζεται οτι μεταξυ τους έχουν 2 βασικές διάφορες: η πρωτη θεωρει οτι το άτομο επιδιώκει τη μεγιστοποίηση των προσδοκιών και οτι διακατέχεται απο διάθεση απόφυγης κινδύνου. Η δεύτερη δεν λαμβάνει υπ' όψιν καμια απο αυτές τις προτασεις. Θυμίζεται, επισης, οτι η κλασική άποψη προϋποθέτει την υπαρξη ενός αμερόληπτου θεατή ο οποιος κρίνει αποστασιοποιημένα και έγκριτα τι ειναι ορθό και τι οχι. Ο Ρωλς προσεγγίζει το σχήμα αυτο θεωρώντας τον θεση αυτόν με αλλα και χωρις την αίσθηση της συμπαθείας.

Αν θεωρηθεί οτι ο θεατής αυτός δεν χαρακτηρίζεται απο κανενα ψυχολογικό φορτίο, τοτε ο Ρωλς λεει οτι θα ηταν λογικο να υιοθετήσει και παλι τις 2 αρχές αν και το μεγάλο προβλημα ειναι οτι εαν δεν διαθέτει ενα τετοιο φορτίο θα ειναι μάλλον απίθανο να προβεί σε οποιαδήποτε κρίση για τη δικαιοσυνη.

Αν παλι θεωρηθεί οτι ο θεατής αυτός διακατέχεται απο το αίσθημα της συμπάθειας (βάζοντας τον εαυτο του στη θεση καθενός και στο τελος έρευνα ποιος ειναι ο τελικός, σταθμισμένος βαθμός έγκρισης όλων των ικανοποιήσεων/ δυσαρεσκειων καθενός) τοτε επανέρχεται η κριτική οτι ο ωφέλιμισμος αγνοεί την διακριτότητα των προσώπων αφου ταυτίζει την ελλογη ατομική επιλογή με την επιλογή ενός κοινού συστήματος επιθυμιών (αυτη η εννοια του συλλογικού αγαθού ονομάζεται απο τον Edgeworth ως"κοινωνικη μηχανική/ mechanize sociale") κατι που ισοδυναμεί με εξάλειψη του προσωπικού στοιχείου (η ηθικη του τέλειου αλτρουιστή). Αντιθέτως, η εδω θεωρια  επιχείρει την σύγκλιση των ηθικών απόψεων μέσω της αμοιβαίας αδιαφορίας που ειναι πιο ρεαλιστική απο την αμεροληψία του θεατή. Η αμεροληψία δεν ταυτίζεται με το απρόσωπο, υποστηρίζει η εδω θεωρια.

 

Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ