ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

Λήψη υλικού σε pdf
 
 
Η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία
 

Η ακριβοδικία ως το πιο αφηρημένο σχήμα κοινωνικού συμβολαίου (όπως προκύπτει από Κάντ, Ρουσσώ και Λοκ). Είναι η αρχική κατάσταση με διαδικαστικούς περιορισμούς που οδηγεί στις 2 αρχές. Στόχος είναι να αποτελέσει βιώσιμη εναλλακτική κατά ωφελιμισμού και ενορασιοκρατίας.

Η δικαιοσύνη είναι πρώτιστη αρετή των κοινωνικών θεσμών και έχει την έννοια της προστασίας του απαραβιάστου του κάθε ατόμου. Με άλλα λόγια, οι βασικές ελευθερίες είναι αδιαπραγμάτευτες και δεν μπορούν να μπουν σε ζύγισμα αντιστάθμισης.

Το πρώτο δεδομένο είναι ότι ως κοινωνία, τα άτομα πρέπει να βρουν δεσμευτικούς κανόνες διαρρύθμισης. Ένα από τα βασικά θέματα είναι το με ποιόν τρόπο θα απονέμονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, παρά την ετερότητα των σκοπών, είναι ανάγκη να υπάρχει έναν μίνιμουμ κοινής αντίληψης δικαιοσύνης, να μπορούν τα άτομα να συμφωνούν στο τι είναι δίκαιο και τι άδικο.

Επειδή όμως ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι η ταυτότητα των αντιλήψεων (conceptions) της δικαιοσύνης είναι σπανιότατος στην πράξη, αρκεί να βρεθεί ένας τρόπος να συμφωνηθεί μια κοινή έννοια (concept) η οποία να μπορεί κατά το δυνατόν να βρει ένα σημείο ισορροπίας στο αντιτιθέμενα συμφέροντα. Αυτό συνεπάγεται δύο πράγματα (που είναι καθοριστικά κριτήρια για κάθε κοινωνική θεωρία δικαιοσύνης): το εκούσιο της υποταγής των πολιτών στους θεσμούς και η εναρμονισμένη με το πλαίσιο της δικαιοσύνης δράση εκάστου (να μην δυναμιτίζει δηλαδή ο καθένας τα θεμέλια).

Υπενθυμίζεται ότι το βιβλίο μιλάει για την κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή το πώς διανέμονται υποχρεώσεις και δικαιώματα από το Σ ή από «μείζονες θεσμούς» (sic) όπως η ιδιοκτησία και η ελευθερία σκέψης. Αυτή η διανομή είναι αυτό που καθορίζεται ως δίκαιο ή άδικο. Ο διαχωρισμός δίκαιο/άδικο είναι μέρος μόνο από τους διαχωρισμούς στη κοινωνία (της αποτελεσματικότητας ή μη, του φιλελεύθερου ή μη χαρακτήρα κτλ.). Έτσι, η αντίληψη της δικαιοσύνης είναι απλά ένα μέρος της αντίληψης για την κοινωνία (για το κοινωνικό ιδεώδες) που πρέπει να γίνουν   Στόχος της εδώ θεωρίας είναι να μετριασθούν στο μέγιστο οι ούτως ή άλλως υπαρκτές ανισότητες που υπάρχουν στις θέσεις εκκίνησης και οι συνέπειες αυτής της ανισότητας στα βιοτικά σχέδια κάθε πολίτη.

Οι δυο αρχές δεν επηρεάζουν μόνο τον τρόπο διανομής αλλά και το χαρακτήρα του οικονομικού συστήματος. Πάντως ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι η θεωρία του δεν μιλάει για δικαιοσύνη των εθνών. Επίσης, διευκρινίζει ότι θεωρεί δεδομένη την αρχή της πλήρους συμμόρφωσης με την έννοια ότι καθείς φροντίζει για την αποτελεσματικότητα των θεσμών. Θέματα όπως η ανυπακοή και οι αντιρρησίες συνείδησης πρέπει να γίνουν αντιληπτά μόνο μέσα από το πρίσμα αυτής της αρχής.

Υπενθυμίζεται ότι η εδώ θεωρία δεν απέχει πολύ από την παραδοσιακή (αριστοτελική) έννοια υπό την έννοια ότι και εκεί η δικαιοσύνη ήταν η αποφυγή προσκόμισης ιδίου οφέλους είτε δια υφαρπαγής είτε από μη εκπλήρωση υπόσχεσης. Αυτό, λέει ο Ρώλς, είναι απόλυτα συναφές με το ζήτημα της διανομής δικαιωμάτων/ υποχρεώσεων που πραγματεύεται. Μάλιστα, η προσέγγιση της εδώ θεωρίας του επιτρέπει να εκμεταλλευθεί και το σχήμα όλων των συμβολαιϊκών θεωριών που είναι το τι θα αποφάσιζαν ορθολογικά άτομα από την αρχή ενώ ταυτοχρόνως δίνει έμφαση στη δημοσιότητα, στην κοινή αποδοχή αυτών των αρχών.

Έτσι, η ρωλσιανή συμβολαιϊκή θεωρία (την οποία πάντως, λέει ο Ρώλς,  μπορεί ακόμη και ένας οπαδός του συμβολαίου να την απορρίψει) δεν αφορά στην είσοδο σε μια κοινωνία αλλά αφορά στην συμφωνία επί των βασικών αρχών συνεταιρισμού που είναι ο τρόπος κατανομής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η αρχική κατάσταση ως κατάσταση όπου τα μέρη σκέπτονται αμερόληπτα και έλλογα είναι η ακριβοδικία ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και προϊόν συλλογικής αναστοχαστικής ισορροπίας (υπο αυτήν την έννοια, είναι άλλο πράγμα η δικαιοσύνη ως ακριβοδικία και άλλο οι δύο αρχές της δικαιοσύνης). Σε αυτό βοηθάει το πέπλο ως άγνοια στάτους, διάνοιας αλλά και του ίδιου του αγαθού (όλα αυτά είναι άλλωστε συγκυριακά) το οποίο εν τέλει δεν επιτρέπει στα άτομα να έχουν μη επιθυμητές αντιλήψεις για το αγαθό. Με άλλα λόγια, οι δύο αρχές είναι δίκαιες γιατί εκπορεύονται από μια δίκαιη αρχική κατάσταση. Έτσι, και κάθε θεσμός που συμφωνεί με αυτές τις αρχές θα είναι δίκαιος γιατί οι αρχές είναι δίκαιες.

Μέχρι τώρα, στην αρχική κατάσταση έχει ληφθεί υπ’ όψιν ότι τα μέρη είναι ορθολογικά (με την οικονομική του όρου έννοια, δηλαδή η επιλογή του προσφορότερου μέσου) και αμοιβαίως αδιάφορα προς τα ξένα συμφέροντα. Αργότερα θα υποστηριχθεί ότι κανένα άτομο τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει από την αρχική θέση σε μια αρχή ωφελιμισμού αλλά μόνο στις δύο αρχές οι οποίες είναι οι μόνες που σέβονται την ισότητα και την αρχή της μη αυθαιρεσίας.

Πρώτα όμως θα ειπωθεί ότι αναγκαία προϋπόθεση για να έχει νόημα να υιοθετηθεί το σχήμα της πρωταρχικής θέσης (προκείμενου ύστερα να αποδεχθούμε κα τις αρχές τις δικαιοσύνης που πηγάζουν από αυτό) είναι να θεωρήσουμε ότι η κατάσταση αυτή είναι εύλογη (Στα μάτια ενός ορθολογικού όντος) και ομοίως εύλογες (όχι αυταπόδεικτες) θα είναι επομένως και οι αρχές που συμφωνούνται εκεί. Μετά από αυτό επομένως, ο Ρώλς θεωρεί ως απόλυτα ευλογοφανές το να μην πλεονεκτεί κανείς λόγω της φυσικής τύχης ή των κοινωνικών περιστάσεων. Επίσης, είναι εύλογο το να θεωρήσουμε τα μέρη ίσα ως προς τις δύο ικανότητες: της αντίληψης του αγαθού και του αισθήματος δικαιοσύνης.

Θυμίζεται πάντως ότι η σημασία του να αποδεχόμαστε τις αρχές τις δικαιοσύνης ως εύλογες δεν αφορά μόνο στην ειρηνική συμβίωση με τους άλλους αλλά στην εγγύηση ότι οι δύο αυτές αρχές μπορούν να αποτελέσουν ένα σταθερό, συμπαγές κριτήριο για έγκριτες κρίσεις μας (ατομική μας αναστοχαστική ισορροπία).

Τώρα, εκκινεί η κριτική σε αντίπαλες θεωρίες, αρχής γενομένης από τον ωφελιμισμό. Ο ορισμός του τελευταίου είναι από το έργο των Bentham και Sidgwick και είναι η δίκαιη κοινωνία ως αυτή που έχει θεσμούς που επιδιώκουν την μέγιστη, αθροιστικά, ευτυχία των πολιτών. Ο Ρώλς εκκινεί καλοπροαίρετα θέτοντας το επιχείρημα (υπέρ του ωφελιμισμού) ότι όπως κάθε άτομο ζυγίζει (ως ορθολογικό ον) παρόντα και μελλοντικά κέρδη/ζημίες επιδιώκοντας το μεγαλύτερο συνολικό όφελος, το ίδιο πρέπει να κάνει και η κοινωνία. Άλλωστε (άλλο ένα επιχείρημα) οι τελεολογικές θεωρίες (ως τέτοια βλέπει τον ωφελιμισμό ο οποίος υπάγει και το ζήτημα της διανομής ως ένα «ορθό» το οποίο πρέπει να μεγιστοποιήσει  το «αγαθό» της έλλογης ηδονής μέσω του greatest happiness rule) ορίζουν το αγαθό και έπειτα ορίζουν το ορθό ως την μεγιστοποίηση του πρώτου. Τελεολογική είναι και η τελειοκρατία (ως αγαθό ορίζεται εκεί αυτό που προστάζει το ανθρώπινο λογικό και αφορά σε τέχνη/επιστήμη κτλ.) Αυτές, λέει, είναι φύσει ελκυστικές.

Όμως από την άλλη είναι και αντιφατικές, διότι ο κοινός νους αντιδρά και θεωρεί αυθαίρετη και μη ορθολογική οποιαδήποτε απώλεια δικαιωμάτων χάριν του δημοσίου συνόλου. Απλά ο ωφελιμισμός θεωρεί ότι η λογική ενός και μόνο ατόμου είναι ίδια με την ορθολογικότητα της κοινωνίας ως συνόλου (η θεωρία του αμερόληπτου θεατή). Έτσι, ο ωφελιμισμός οραματίζεται το έργο του νομοθέτη ωσάν του επιχειρηματία που μεγιστοποιεί τα κέρδη του. Εξ’ αυτών, λέει ο Ρώλς, ο ωφελιμισμός «δεν παίρνει σοβαρά τη διάκριση των ατόμων». Ο ωφελιμισμός, περαιτέρω, ενέχει μια αντίφαση. Ενώ από τη μία πιστεύει στις ελευθερίες του ατόμου ταυτοχρόνως πιστεύει και σε μια πάταξη του ατομικισμού. Το αποτέλεσμα όμως είναι να συνθλίβονται τα δικαιώματα.

Αντιθέτως, αυτό που ο ωφελιμισμός θεωρεί ως αυταπάτη και δευτερεύον, η εδώ θεωρία το αποκαλεί «πεποιθήσεις του κοινού νου» υπερασπιζόμενη ότι η ελευθερία δεν μπορεί να υπαχθεί σε υπολογισμούς και διαπραγματεύσεις έναντι οποιουδήποτε κοινωνικού οφέλους.

Μετά από αυτό, η εδώ θεωρία παρουσιάζεται, σε αντίθεση με την τελολογία του ωφελιμισμού, ως δεοντοκρατική (άρα προηγείται το ορθό του αγαθού) και μη συνεπειοκρατική (μόνο όμως με την αυστηρή του όρου έννοια διότι κάθε ηθική θεωρία εξετάζουν τις συνέπειες κατά την επιδίωξη του ορθού). Εν τέλει, η εδώ θεωρία έχει μια τελείως άλλη αντίληψη κοινωνίας, θεωρώντας την πρωτίστως σχήμα συνεργασίας.

Η προτεραιότητα του ορθού έναντι του αγαθού έχει την συνέπεια το αγαθό να διαμορφώνεται με την έννοια ότι, δεδομένου και του πέπλου, δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί αγαθό ή να αναχθεί σε αρχή δικαιοσύνης κάτι το οποίο θα έβλαπτε την ισότητα των ατόμων (προκαταλήψεις, μισαλλοδοξία κτλ.). Αν πάντως υπάρχει μια θεωρία ωφελιμισμού που να είναι πιο κοντά στην εδώ θεωρία αυτή είναι του Χιούμ ο οποίος όμως όταν αναφέρεται στη λέξη (απαντώντας στο γιατί να υπακούμε στο νόμο και τους θεσμούς) εννοεί ένα είδος κοινού καλού και όχι κάποια συνολική ωφέλεια.

Ο συγγραφέας συνεχίζει με την κριτική στην ενορασιοκρατία. Την ορίζει ως θεωρία που αναγνωρίζει κάποιες (ακόμη και πολλαπλές) πρώτες ηθικές αρχές μη αναγώγιμες/αυταπόδεικτες οι οποίες αποτυπώνονται σε γενικού τύπου προστάγματα. Μάλιστα, δεν αποκλείεται το γεγονός κάποιες από αυτές τις ισότιμες αρχές να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους ενώ επίσης δεν μας δίνονται και σαφείς μεθοδολογικοί κανόνες προτεραιότητας και επίλυσης της σύγκρουσης. Η ενορασιοκρατία αρκείται στο να ξέρουμε ότι αυτό συμβαίνει και να μπορούμε κάθε φορά να πούμε με συνέπεια γιατί επιλέξαμε αυτήν και όχι την άλλη αρχή, Μάλιστα, ο οπαδός της ενορασιοκρατίας θεωρεί ότι λόγω της πολλαπλότητας των ηθικών γεγονότων κάθε απόπειρα να βρεθεί μια κοινή, ενιαία απόληξη καταντάει υπεραπλούστευση. Χαρακτηριστικό τους λοιπόν είναι η καταφυγή στην δύναμη της διαίσθησης αναφορικά με το ζήτημα προτεραιότητας ανταγωνιστικών αρχών δικαιοσύνης ενώ επίσης το ότι μπορούν να πάρουν  και μορφή τελολογίας και δεοντοκρατίας.

Η εδώ θεωρία αναγνωρίζει την σημασία της διαίσθησης σε μια ηθική θεωρία αλλά και το ότι η χρήση της δεν μπορεί να είναι εκτεταμένη διότι το τελικό αποτέλεσμα θα είναι εκείνο του ηθικού υποκειμενισμού. Για να λύσει επομένως το ζήτημα της προτεραιότητας, η εδώ θεωρία θέτει (εύλογες όπως φάνηκε ανωτέρω) αρχές οι οποίες μπορούν πλέον να πετύχουν την σύγκλιση απόψεων όσο διαφορετικών και να είναι και όσο και αν στηρίζονται σε ηθικές διαισθήσεις, Με άλλα λόγια, κάθε ηθική κρίση (και βασικώς οι έγκριτες) οφείλει να διηθεί μέσα από αυτές τις δύο αρχές (η λεξικογραφική τους διάταξη από την άλλη, είναι μια ακόμη νεωτερικότητα)

Σε επόμενο στάδιο, ο Ρώλς ξεκαθαρίζει τη φύση της αναστοχαστικής ισορροπίας. Η ουσία της είναι ότι μας επιτρέπει να εντάξουμε στις ηθικές μας κρίσεις το στοιχείο της δικαιοσύνης (τις δύο αρχές), το οποίο είναι προϊόν της (εύλογης) πρωταρχικής θέσης.

Πιο ειδικά, ως έγκριτες ηθικές κρίσεις ορίζει αυτές που έχουν διαμορφωθεί υπο περιστάσεις που ευνοούν την κρίση και τον διάλογο. Όχι αυτές που αναπτύχθηκαν υπο φόβο ή αμφισβήτηση. Κάθε μια από αυτές έπειτα πρέπει να στοιχηθεί απέναντι στις 2 αρχές και να κριθεί κατά πόσο τις ενσωματώνει. Μόνο έτσι ολοκληρώνεται ο ηθικός στοχασμός και μόνο έτσι αποκτάει μια στέρεη σύνδεση με το αίσθημα δικαιοσύνης.

Με αλλά λόγια, ο ηθικός στοχασμός πρέπει να περιέχει απαραίτητα ένα στοιχείο δικαιοσύνης. Το ιδανικότερο στοιχείο για τον συγγραφέα είναι η εδώ θεωρία η οποία πιστεύει ότι είναι και αυτή προϊόν συλλογικής αναστοχαστικής ισορροπίας (όχι για ένα θέμα ηθικό αλλά για ένα ζήτημα δικαίου και πιο ειδικά αυτό της διανομής).

Όμως δεν είναι μόνο ότι οι αρχές δικαιοσύνης που προσδίδουν πληρότητα/ εγκυρότητα στους ηθικούς μας συλλογισμούς. Η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη με την έννοια ότι εν τέλει αυτές οι αρχές δοκιμάζουν την πρακτικότητα τους σε αυτήν την ηθική μας διαίσθηση. Αν αποτύχουν να συνδεθούν μαζί της και να την βελτιώσουν τότε δεν έχει νόημα καμία θεωρία δικαιοσύνης.

Καταληκτικά, η εδώ θεωρία δεν αξιώνει μια καθολική αναγνώριση (καμία φιλοσοφική θεωρία δεν μπορεί να το αξιώσει αυτό άλλωστε). Αυτό που φιλοδοξεί είναι να βάλει τις σκέψεις μας σε μια τάξη και να περιορίσει όσο γίνεται τις ηθικές μας διαφωνίες. Φιλοδοξεί να φωτίσει πληρέστερα αλλά και να καθοδηγήσει τους διαισθητικούς μας ηθικούς συλλογισμούς και την αίσθηση που έχουμε για το δίκαιο. Και εν τέλει φιλοδοξεί να το κάνει αυτό κατά τρόπο πληρέστερο από ότι ο αμφιλεγόμενος ωφελιμισμός, η μη εποικοδομητική ενορασιοκρατία και η μη παραδεκτή τελειοκρατία. 

 

Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ