ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Λήψη υλικού σε pdf
Εισαγωγικά, το ζήτημα της Λογικής δεν ειναι παρα οι άσκηση 3 δυνάμεων της νόησης: ο συλλογισμός, η εννοια και η κρίση. Ακομη και να τεθεί θεμα υπερβατολογικο αναφορικα με το οτι πρεπει να αποδειχθεί οτι η Λογική πηγάζει απο μια αλλη ανώτερη αρχη, αυτο δεν αλλάζει την αξιοπιστία και εγκυρότητα των κανόνων της Λογικής.
Εκκινώντας ομως επι της ουσίας της παρατηρήσεις στη λογική, ο Καντ ηδη εξ αρχης ξεκαθαρίζει οτι η νόηση δεν ειναι παρα μια δυνατότητα η οποια οπως ξαι αλλες, υπάρχουν μεσα μας αλλα μονο με προσπάθεια μπορούμε σταδιακά να τις γνωρίσουμε. Η νόηση ειναι, πιο ειδικα, η δυνατότητα να συλλαμβάνουμε τη σημασια αλλα και το περιεχόμενο των κανόνων.
Και οταν τις γνωρίσουμε καταλαβαίνουμε οτι οπως και ολη η φύση, ετσι και αυτές, λειτουργούν υπο κανόνες. Κανόνες που, οπως λεει, υπάρχουν a priori και ανεξάρτητα απο καθε εμπειρικό αντικείμενο, άρα, κανόνες αναγκαίοι και καθολικοί.
Μετα απο αυτα, ορίζεται η Λογική: ειναι η επιστήμη που προσπαθεί να εντοπίσει ξαι να αναλύσει τους καθολικούς κανόνες της νόησης.
Το περιεχόμενο της δεν ειναι περιεχόμενο μιας γνώσης οπως τα μαθηματικά ή η αλλες επιστήμες. Λειτουργεί σε ενα επιπεδο πριν απο αυτές. Ειναι θεμέλιο τους και προπαιδευση. Δεν εχει καμια σύνδεση με εμπειρικά ή ψυχολογικα στοιχεία.
Μετα απο αυτα, γινεται κατανοητό οτι η χρηστικής της αξία δεν ειναι το οτι μας δίδασκει κατι ή οτι μας φερνει πιο κοντα στην αληθεια. Απλα επιτρέπει στην νόηση/ Λόγι να καταλαβει καλυτερα τον εαυτο του. Σε σχέση με τον Αριστοτελη, που περιέγραψε αναλυτικά της έννοιες της Λογικής, ο Καντ φιλοδοξεί ν φανεί πιο συστηματικός και ακομη πιο ακριβής.
Ως σύντομη παρέμβαση αναφέρεται εδω και η ιδιαίτερη φύση της φιλοσοφίας. Δεν χωρεί αμφιβολία οτι η φιλοσοφία βασίζεται στο Λογο αφου εχει άμεση σχέση με τα προϊόντα του. Στόχος της ειναι να μπορει να συνδέσει αυτη τη γνώση που αποκομίζει απο το Λογο με σκοπό.
Η συζήτηση μεταφέρεται στο τομεα της γνώσης, τομέας συναφής με το ζήτημα που εξετάζεται εδω. Η νόηση ειναι η μια απο τις δυο μεγάλες πηγες γνώσης. Η αλλη ειναι η αίσθηση (οι αισθήσεις). Η νόηση μας προσφέρει γνωση μέσω εννοιών, δηλαδη εξηγεί τα πραγματα με έννοιες. Οι δεύτερες εξηγούν τα πραγματα σαν απλές αιςθητικες εποπτείες.
Και οι δυο μπορούν να ειναι απο την πλευρά τους τέλειες με την εννοια οτι μπορούν να υπακούουν η μια στους κανόνες της λογικής και η αλλη στους κανόνες της αίσθησης. Αλλα μονο οι πρώτοι κανόνες ειναι ανώτεροι ως αντικειμενικοί, a priori υπάρχοντες.
Οταν ο Καντ αναφέρεται στην ανωτέρω τελειότητα με βαση τους κανόνες (της λογικής ή και τις διαίσθησης) εχει υπ' όψιν του 4 ειδών τελειοτητες: της ποσότητας, της ποιότητας, της αλήθειας και της βεβαιότητας. Εδω θα εστιάσω μονο στο ενα απο τα δυο ζητήματα που μας ενδιαφέρει, αυτο δηλαδη της λογικής τελειότητας ή με αλλα λόγια τί μπορει να μας συμβουλέψει η λογική για την νόηση προκειμένου οι γνώσεις προσλαμβάνουμε απο αυτην να ειναι κοντα στις 4 τελειότητες:
α) τελειότητα ως προς το μέγεθος: ο εκτατικός ορίζοντας της γνώσης μας θα πρεπει να λαμβάνει σε πρωτο, γενικο επιπεδο τις ικανότητες μας και τους σκοπούς μας. Σε ενα πιο ειδικό επιπεδο αυτη σημαίνει οτι θα πρεπει να καλλιεργούμε συστηματικά τις γνώσεις στις οποίες εχουμε κλίση, οτι δεν πρεπει να αλλάζουμε συχνα στόχους και οτι πρεπει παντα να κοιτάμε να επεκτείνουμε τον ορίζοντα χωρις ομως υπερβολές. Επισης, με αρνητικη διατύπωση, δεν πρεπει να αγνοούμε τελειως εναν τομεα ή τουλαχιστον να εχουμε λόγους για αυτην μας την άγνοια (να ειναι ανεπίληπτη, που θα ειναι είτε λόγω θετικής αποστροφής μας ή θα ειναι σωκρατική δηλαδη ως αναγνώριση της αδυναμίας μας να ξέρουμε πολλα πραγματα. Επιπρόσθετα, αναφορικα με αυτα που οντως ξέρουμε, δεν θα πρεπει να τα χρησιμοποιούμε τυπολατρικά, σχολακιστικά. Τελος, στο θεμα του μεγέθους σημασια εχει οχι μονο η έκταση αλλα και η ένταση, δηλαδη η μεστοτητα, η σπουδαιότητα της γνώσης. Το να κατέχουμε γνώσεις που δεν μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε ή να έχουν πολλαπλές συνέπειες στη ζωη μας ειναι "ματαιοσπουδια".
β) τελειότητα ως προς την αληθεια: ο Καντ υποστηρίζει οτι, οταν ειμαστε αντιμέτωποι με το δυσκολο ζήτημα του κατα πόσο αυτο που πιστεύουμε ειναι οντως αληθές, η Λογική μπορει να μας εξοπλίσει με 2 βασικα εργαλεία: την αρχη της μη αντίφασης και την αρχη του αποχρώντος λογου. Κατα την πρωτη, δεν πρεπει να εχουμε γνώσεις που ειναι σε σύγκρουση με αλλες (αρνητικη αρχη). Κατα τη δεύτερη, πρεπει αυτα που πιστεύουμε να ειναι βασισμένα σε λόγους (θετικη αρχη). Για να ειμαστε βέβαιοι οτι οι λόγοι μας ειναι αληθείς, μπορούμε να εφαρμόσουμε διάφορες μεθόδους λογικής οπως οτι εαν εςτω και μια πτυχή του λογου αυτού ειναι ψευδής τοτε αυτός καταπίπτει. Αναφορικα με την αιτια για την οποια μπορει να υποπίπτουμε σε λάθη/ πλάνες, ο Καντ ισχυρίζεται οτι απλα δεν εξαντλήσαμε τα περιθώρια νόησης και οτι πολυ πιθανως ακομη και η αισθητηριακές μας αντιλήψεις μας επηρέασαν αρνητικά
γ) τελειότητα ως προς τη ποιότητα. Με αυτο, ο Καντ δηλώνει οτι η Λογική απαιτεί απο τη γνωση μας να συλλάβει ολα τα αναγκαία και ουσιώδη γνωρίσματα ενός πράγματος. Γνωρίσματα ειναι αυτα που μας επιτρέπουν να το γνωρίσουμε αλλα οχι απο μια οπτική φυσική-υπαρξιακή αλλα απο την αποψη τη λογική. Οταν δηλαδη περιγράφουμε ενα πραγμα, δεν ειναι σίγουρο οτι περιγράφουμε με τα στοιχεία της ύπαρξης του αλλα οτι το περιγράφουμε κατα πως τα αντιλαμβάνομαστε
δ) τελειότητα ως προ τη βεβαιότητα. Η γνωση μας μπορει να περιβληθει απο 3 ειδών διαφορετικής ποιότητας βεβαιότητες. Οταν δεν υπάρχουν παρα μονο Εμπειρικοι λόγοι για τους οποίους πιστεύουμε κατι τοτε δεν εκφράζουμε παρα μια γνωμη. Οταν πιστεύουμε κατι αλλα το πιστεύουμε ως μέρος ενός προσωπικού ηθικού σχεδίου, σαν να ηταν a priori προσταγη του πρακτικού λογου τοτε μιλαμε για πεποίθηση: δηλαδη κατι που ειναι μεν υποκειμενικά στέρεο αλλα οχι και αντικειμενικά. Απλα ειναι ομως το ιδιο πρακτικό οσο και μια αντικειμενική αρχη. Τελος, οταν βασίζουμε μια πίστη σε a priori αρχές και άρα σε κατι που δεν αμφισβητείται, πρόκειται για μια επισταμένη γνωση.
Σε επόμενο επιπεδο ο Καντ αφήνει την νόηση, που ειναι γνωστική ικανότητα, και περνά στην εξέταση κάποιων προβληματισμων γυρω απο την κρίση, που ειναι το εργαλείο για να φτάσουμε στο αληθεια (επεται της νόησης). Σε πρωτο επιπεδο, πρεπει να αναγνωρισθεί οτι για καθε θεμα ειναι αναγκαίο να δημιουργούμε προσωρινές κρισεις της οποίες θα τις επεξεργαζόμαστε σταδιακά. Αυτο το βήμα ειναι αναγκαίο για να φτάσουμε στην οριστική κρίση.
Επισης, δεν θα πρεπει να διστάζουμε να αναβάλλουμε την τελική κρίση (suspensio indagatoria) εαν ετσι πρόκειται να διαλευκάνουμε ενα κενό. Ειναι αυτο μια επιθυμητή εφεκτικοτητα των κρίσεων μας.
Όλες οι παραπάνω παρατηρήσεις για την κρίση μας υποδηλώνουν οτι μονη η δυνατότητα της νόησης δεν αρκει για να οδηγηθούμε στην αλήθεια. Θα πρεπει να διαλογιζομαστε και μαλιστα αρκετα και με προσοχή για να διαμορφώνουμε σωστούς συλλογισμούς και κρισεις. Ετσι, δεν πρεπει να εθίζόμαστε ουτε στην μίμηση ουτε στην συνήθεια που αμφότερες δημιουργούν κρίσεις πεπλανημένες, προκαταλήψεις οπως τις ονομάζει ο Κάντ. Μαλιστα, παρότι ο σκεπτικισμός ειναι βλαπτικός για την αλήθεια (ταυτοχρόνως εμπεριέχει και μια αντίφαση αφου ο ίδιος προϋποθέτει μια αληθεια) η μέθοδος η σκεπτικιστικη ειναι ωφέλιμη αφου οδηγεί τις κρισεις μας στη μέγιστη δυνατή βεβαιότητα. Τελος, αναφορικα με τις υποθέσεις αυτές ειναι κρισεις οι οποίες δεν βασίζονται σε αντικειμενικούς λόγους αλλα σε μια προϋποθεση. Παντως ο Καντ δεν αποκλείει να εξισωθούν (να ειναι "ανάλογες") οι υποθέσεις με τις βεβαίες κρισεις μας εαν η ίδια η προϋποθεση ειναι δυνατή, εαν δεν χρειαζεται επικουρικές παραδοχές και εαν η ακολουθία των κρίσεων που γεννιώνται απο την προϋποθεση αυτη μπορούν να συνεχίζουν να εξηγώνται απο την ίδια και μια αυτη προϋποθεση.
Ως παράρτημα, ο Καντ εξηγεί τη διάφορα στους όρους πρακτική γνωση και θεωρητική γνωση: η πρωτη παράγει προσταγές ενω η δεύτερη οχι. Δηλαδη η πρωτη ασχολείται ξαι υποδεικνύει αυτο που πρεπει να υπαρχει ενω η δεύτερη αυτο που απλως υπάρχει (οχι το πράττειν αλλα το ειναι). Ακομη ομως και καθε θεωρητική γνωση εχει ενα πρακτικό τμημα αφου εαν δεν εχει μια πρακτική πλευρά τοτε δεν ειναι χρηστική. Απο όλους τους σκοπούς που μπορει να υποδείκνυει η πρακτική γνωση ως αιτίες πράττειν, ο σπουδαιότερος ειναι η ηθικότητα.
Στο επόμενο κεφάλαιο εξετάζεται η φύση των εννοιών. Η πρωτη διάκριση ειναι μεταξυ του περιεχομενου των εννοιών, το οποίο αποκτούμε είτε απο την εμπειρία (τοτε οι έννοιες λέγονται εμπειρικές ή a posteriori) ή απο την νόηση (τοτε λέγονται καθαρές ή a priori). Παρόλη τη διάφορα τους, και οι 2 παραπάνω έννοιες μοιράζονται ενα κοινό χαρακτηριστικό ως προς την μορφη τους: την καθολικότητα.
Καθολικότητα είναι ότι οι έννοιες δεν αποτελούν παρά ένα προϊόν 3 νοητικών λειτουργιών: της σύγκρισης, του συλλογισμού και της αφαίρεσης. Μόνο μέσω από αυτά τα 3 στάδια μπορεί μια έννοια να αποκτήσει πλήρως την μορφή της που είναι το να εντοπίσει και να εκφράσει ένα κοινό χαρακτηριστικό διαφόρων παραστάσεων. Το γεγονός ότι εκφράζει αυτό το κοινό γνώρισμα (πχ ανάμεσα σε ένα πεύκο και ένα πλάτανο εκφράζει την ιδιότητα του δέντρου) την χαρακτηρίζει από καθολικότητα. Κάθε παράσταση που μπορεί εφ' εξής να γνωσθεί μέσω του γνωρίσματος που εμπεριέχει η έννοια, λέμε ότι υπάγεται υπ' αυτήν (με άλλα λόγια, ότι αυτή αποτελεί το γνωστικού του λόγο)
Αναφορικα με την περιεκτικότητα οι έννοιες χωρίζονται σε γένος και ειδος. Καθε εννοια που εκφράζει απλα ενα γνώρισμα ονομάζεται ειδος. Εαν θα μπορούσε να υποστεί περαιτέρω αφαίρεση θα ονομαζόταν παλι ειδος αλλα θα θεωρούνταν ανώτερη της πρώτης. Τη στιγμη που μια ιδέα δεν χωρεί περαιτέρω αφαίρεση ως προς το γνώρισμα που εκφράζει τοτε την ονομάζουμε γένος. Καθε βαθμός "περιεκτικότητας" μας παρέχει διαφορετική χρηστικότητα. Εαν λχ μπορούμε να βρούμε ενα γνώρισμα το οποίο να εντάσσει παρα πολλα πραγματα, τοτε η χρήση της έννοιας γινεται αφηρημένη δηλαδη μπορούμε να μάθουμε λιγα πραγματα για πολλα. Αν το γνώρισμα αφορα λιγα πραγματα, τοτε η χρήση γινεται συγκεκριμένη, δηλαδη μάθαινουμε πολλα για λιγα.
Αναφορικα τωρα με τις κρισεις, αυτές ειναι η συνειδησιακή ενότητα των γνωσεων μας ετςι οπως οι δεύτερες βασίζονται στις έννοιες. Με αλλα λόγια, οταν εκφέρουμε μια κρίση, αυτη εκφράζει την κατανόηση μας πανω σε παραστάσεις που αυτές βασίζονται σε έννοιες. Με την κατανόηση μας εκφράζουμε ταυτόχρονα και την ενότητα της συνείδησης μας αναφορικα με τις έννοιες. Με τα λόγια του Καντ, η κρίση ειναι η σχέση μεταξυ της ενότητας της συνείδησης και των παραστάσεων που εχουμε με βαση κάποιες έννοιες. Αυτη η σχέση διαφέρει ως προς την γνωστική της επάρκεια αφου μπορει να ειναι βεβαιωτική (οταν η σχέση ενότητας και κρίσεων ειναι βέβαιη, ειναι ίδια με την ενεργή πραγματικότητα) ή προβληματική (εδω επικρατεί απλα η δυνατότητα)
Οι κρισεις μπορούν να ποικίλουν σε κατηγορίες (πχ καθολικές/ μερικές ανάλογα με το ποτε η εννοια του υποκείμενου περιλαμβάνεται εξ' ολοκλήρου ή μερικά στην εννοια του κατηγορουμένου ή λχ καταφατικες/ αποφατικες ανάλογα με το εαν το υποκείμενο εννοείται εντός ή εκτος της σφαίρας του κατηγορουμένου ή λχ κατηγορικές/ υποθετικές ανάλογα με το ποτε το υποκείμενο συνδέεται με το κατηγορούμενο με αληθινή σχέση εννοιών και οχι με σχέση μη βέβαιων κρίσεων).
Απο τις πολλές κατηγοριοποιήσεις των προτάσεων, η πιο σημαντική στον Καντ ειναι αυτη μεταξυ συνθετικών και αναλυτικών. Στις δεύτερες, η αληθεια προκυπτει απο την ταυτότητα των εννοιών υποκείμενου και κατηγορούμενου. Η ταυτότητα μπορει να ειναι ρητή ή υποδηλούμενη. Μονο στη πρωτη περίπτωση μιλαμε για ταυτολογία.
Το τελευταίο μέρος των μέσων νόησης το οποίο αναλύει ο Καντ αναφέρεται στους συλλογισμούς. Αυτοί ειναι εκείνη η διαδικασία της νόησης όπου συνάγουμε μια κρίση απο μια αλλη. Οταν δεν χρειαζεται η παρεμβολή μιας τρίτης κρίσης για να συνάγουμε την δεύτερη, τοτε ο συλλογισμός ειναι άμεσος. Οταν χρειαζεται, έμμεσος. Υπάρχουν διάφορα είδη άμεσων συλλογισμών (ή, με αλλο ονομα, συλλογισμοί της νόησης) οπως οταν συνάγουμε το μερικό απο ενα καθολικό ή οταν συνάγουμε εξ αντιστροφής μια άρνηση απο μια κατάφαση).
Αναφορικα με τους έμμεσους, αυτοί ειναι 2 ειδών: οι σύλλογισμοι του Λογου και οι συλλογισμοί της κριτικής ικανότητας.
Οι πρώτοι έχουν το σχήμα: μείζονα-ελασσονα-συμπερασμα. Η μείζονα ειναι η κρίση που λειτουργεί ως γενικός κανόνας και που γνωρίζουμε οτι πρεπει να εφαρμοσθεί για να εξαχθεί το συμπέρασμα. Η μείζονα μπορει να ειναι η ίδια μια κρίση είτε κατηγορικη είτε υποθετική. Μονο οταν ειναι κατηγορικη μπορει να προσφέρει τον "μέσο όρο που χρειαζεται για να εξάγουμε το συμπέρασμα απο την ελασσονα (λχ απο μια ελάσσονα "Ο χ ειναι ανθρωπος" μπορει να εξαχθεί το συμπέρασμα οτι ειναι και θνητός μονο εαν εχουμε μια μείζονα " ολοι οι ανθρωποι ειναι θνητοί" που προσφέρει το μέσο όρο "ανθρωπος" που άλλωστε ειναι και ο αναγκαίος όρος σύνδεσης της ελάσσονας προς τη μείζονα.
Οι δεύτεροι, αφορούν εκείνους του συλλογισμούς που μας οδηγούν απο το μερικό προς το γενικο (αυτο ειναι μέρος μονο της συνολικής κριτικής ικανότητας αλλα μονο αυτο το μέρος δημιουργεί συλλογισμούς). Οι σύλλογισμοι αυτοί περνούν 2 μορφές: της επαγωγης και της αναλογίας. Και τα δυο αφορούν γενικεύσεις απο το ειδικό/ μερικό προς το γενικο απλα η πρωτη αφορα πραγματα ενω η δεύτερη αγορά ιδιότητες.
Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου παρατίθενται οι μέθοδοι που πρεπει να χρησιμοποιούμε για να τελειοποίουμε τη γνωση μας επι της νόησης.
Βασικό εργαλείο ειναι ο ορισμός. Αυτός προσπαθεί να μας δώσει σαφήνεια σε οσα θελουμε να προσεγγίσουμε με τη γνώση. Λχ αναφορικα με τις έννοιες, ο ορισμός μας επιτρέπει να αναζητούμε και να περιγράφουμε τα γνωρίσματα που τις χαρακτηρίζουν.
Ειναι σημαντικό ο ορισμός να εντοπίζει και να εμπεριέχει τα απολύτως αναγκαία και αναγνωριστικά γνωρίσματα μιας έννοιας. Ο Καντ μιλαει για κύριες προϋποθεσεις του ορισμού αναφορικα με ζητήματα ποιότητας και ποσότητας, θέλοντας να τονίσει οτι ο ορισμός πρεπει να ειναι ακριβής,να μην ορίζει λιγότερο ή περισσότερα απο αυτα που πρεπει και φυσικα να μην καταλήγει να ειναι ταυτολογικος με την έννοια οτι το οριζόμενο δεν μπορει να ειναι το ιδιο με τα γνωρίσματα που χρησιμοποιούνται για να το ορίσουν.
Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ