ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

 

Λήψη υλικού σε pdf
 
 

Μέρος Β -ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

XVIΙ

Στόχος της πολιτικής κοινότητας είναι οι περιορισμοί στην ελευθερία να λειτουργήσουν για χάρι μιας καλύτερης ζωής (με ειρήνη μέσα και ασφάλεια από έξω) χωρίς φυσικά πάθη και πόλεμο. Η κοινότητα παρέχει το φόβητρο για την τήρηση των συμβάσεων και την προώθηση φυσικών αρχών/ νόμων όπως η δικαιοσύνη. Δεδομένου του φθόνου και του μίσους ο πόλεμος είναι σχεδόν αναπόφευκτος. Παρόλα αυτά, το άτομο είναι φορέας λόγου και άρα μπορεί να μιλήσει με όρους κοινού καλού. Αυτή η ορθολογικότητα τους οδηγεί στην εκχώρηση αρμοδιοτήτων (και, το βασικότερο, του δικαιώματος αυτοκυβέρνησης) στην συνέλευση.

Η κοινότητα θεωρείται ένα πρόσωπο, είναι ο Λεβιάθαν, ο θνητός Θεός. Συνήθως η κοινότητα αυτή διαμορφώνεται με συναίνεση (με θέσμιση ) αν και δεν αποκλείεται να διαμορφώνεται με όρους υποταγής.

 

XVIΙΙ

Με θέσμιση διαμορφώνεται η κοινότητα όταν ο καθένας γίνεται εντολοδότης του κυρίαρχου. Δηλαδή πέραν της εκχώρησης κυριαρχίας (ανωτέρω) τα άτομα αποφασίζουν και έναν κυρίαρχο (τυπική μορφή κυριάρχου αναφέρεται στο κεφάλαιο ο μονάρχης ή μια λαϊκή συνέλευση) στον οποίο δεσμεύονται. Η συμφωνία για τον κυρίαρχο γίνεται μεταξύ των ατόμων και όχι μεταξύ των ατόμων (ή του καθενός ξεχωριστά) με τον ίδιο τον κυρίαρχο. Αυτός απλά εξουσιοδοτείται αλλά δεν έχει ο ίδιος συμβληθεί. Ο κυρίαρχος δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί άδικος αφού ό,τι κάνει το κάνει κατόπιν εξουσιοδότησης (ακόμη και αν τη στιγμή της ενέργειας διαφωνούν με την πράξη οι πολίτες).

Αυτός διαμορφώνει το θετό δίκαιο, τους κανόνες δηλαδή για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών αλλά αυτός είναι που επίσης δικάζει.. Αυτός επίσης αποφασίζει για πόλεμο ή ειρήνη, για φορολογία κοκ. Ο κυρίαρχος μπορεί να μεταβιβάσει κάποιες εξουσίες σου αλλά ποτέ την εξουσία προστασία των υπηκόων του.

Ο Hobbes είναι διακείμενος φιλικά προς την εξουσία (είτε του μονάρχη είτε της συνέλευσης): ακόμη και αν ως πολίτες δυσανασχετούμε τις επιλογές της εκάστοτε Κυβέρνησης να αναλογιστούμε πόσο πιο άσχημη θα ήταν η κατάστασή μας χωρίς αυτήν.

 

XΙΧ

Με βάση το υποκείμενο του κυρίαρχου, οι δυνατές μορφές πολιτικής κοινότητας είναι μοναρχία, δημοκρατία, αριστοκρατία. Δεν διαφέρουν μόνο ως προς το υποκείμενο αλλά και ως προς την ικανότητα να διατηρούν την ειρήνη. Ο μονάρχης δεν ενδείκνυται επειδή αυτός ως πολιτικό πρόσωπο και κυρίαρχος είναι πολύ πιθανό να υπακούσει στο προσωπικό του συμφέρον που το φέρει ως φυσικό πρόσωπο. Από την άλλη, η δημοκρατία εγκλωβίζεται στη γνώμη των πολλών, στην «αστάθεια του αριθμού». Ιδίως δε τις κρίσιμες ώρες, στις σοβαρές αποφάσεις, η δημοκρατία είναι ανίκανη και δίχως κρίση και ψυχραιμία σαν ένα παιδί και αυτό που χρειάζεται είναι ένας δικτάτορας, ένας custodies libertatis.

Κάθε μορφή εξουσίας/ κυριάρχου (με εξαίρεση τη δημοκρατία) έχει και διαδικασία διαδοχής προκειμένου να μην προκύπτει συνεχώς αναταραχή και κίνδυνος διάσπασης της κοινότητας από τυχόν παύση/ διακοπή του κυριάρχου.

 

Όταν η πολιτική κοινότητα δεν έχει ορισθεί από το φόβο που έχουν οι πολίτες για τους άλλους γύρω τους αλλά επειδή οι πολίτες φοβούνται τον κυρίαρχο, τότε η κοινότητα ονομάζεται δεσποτική.

 

XΧΙ

Αναφορικά με την ελευθερία των υπηκόων εντός της κοινότητας κατά κύριο λόγο έχει την έννοια της σωματικότητας, δηλαδή είναι η απουσία εμποδίων στην κίνηση. Φυσικά η μεταφορική χρήση είναι δυνατή (ελεύθερη βούληση) και αποδίδει πάλι την έλλειψη εμποδίων.

Το ζήτημα είναι κατά πόσο η εκούσια δημιουργία της κοινότητας αφήνει αλώβητη την ελευθερία του ατόμου. Ο κανόνας είναι πως οτιδήποτε μένει εκτός ρύθμισης νόμου τότε τα άτομα είναι ελεύθερα να δράσουν. Συνεπώς, η ελευθερία ως έννοια είναι ίδια και σε μια δημοκρατία και σε μια μοναρχία. Όμως, τα δικαιώματα που ούτως ή άλλως δεν εκχωρούνται με την σύσταση της κοινότητας (όπως λχ η αυτοάμυνα) είναι μόνιμα στη διάθεση των πολιτών.  Πέρα πάντως από το δικαίωμα αυτοάμυνας, τα όρια ανυπακοής είναι στενά και ποτέ δεν μπορεί να αφορούν το σκοπό για τον οποίο εγκαθιδρύθηκε η κυριαρχία. Η κυριαρχία είναι η ψυχή της κοινότητας.

 

XΧΙI

Εντός της κοινότητας υπάρχουν μικρότερες ομάδες (πολιτικά κόμματα, σωματεία κα) οι οποίες δρουν μόνο στο πλαίσιο που τους επιτρέπει ο νόμος και ο κυρίαρχος. Είναι παράνομες εάν ο σκοπός και η δράση τους είναι τέτοια που αποβλέπει στο «να αφαιρεθεί το ξίφος από τον κυρίαρχο».

 

XΧΙIΙ

Θυμίζεται ότι ο κυρίαρχος φέρει πάντα δύο ιδιότητες: την δική του (είτε το φυσικό πρόσωπο του μονάρχη είτε της συνέλευσης) και την πολιτική ιδιότητα. Δημόσιοι λειτουργοί είναι όσοι εξουσιοδοτούνται από την πολιτική ιδιότητα του κυριάρχου.

 

XΧΙV

Η ιδιοκτησία είναι ένα από τα πράγματα που ρυθμίζεται με νόμο. Ο συγγραφέας είναι επιφυλακτικός στην αναγνώριση περιουσίας στο Κράτος (δημόσια περιουσία) καθότι θεωρεί ότι αυτή θα τύχει κακομεταχείρισης από τον κυρίαρχο που θα είναι ο αρμόδιος για την διαχείρισή της. Επίσης, το δίκαιο (άρα ο κυρίαρχος) είναι αυτό που ορίζει όλους τους πιθανούς τρόπους σύμβασης επί περιουσίας και αγαθών.

 

XΧVI

Το θετό δίκαιο ειναι προσταγή του κυρίαρχου. Ο ίδιος όμως ειναι υπεράνω νόμου, δεν δεσμεύεται από αυτόν. Το θετό δίκαιο ενσωματώνει φυσικές ιδιότητες όπως οι ηθικές αρετές (Όπως ειναι λχ η δικαιοσύνη ή η ευθυδικία). Υπακούοντας λοιπόν σ αυτό υπακούμε στον φυσικό νόμο.

Η ερμηνεία του νόμου πρέπει να βασισθεί στον Λόγο και στην βούληση του κυριάρχου. Ό,τι δεν καλύπτεται από το θετικό δίκαιο καλύπτεται από το Λόγο της φυσικής δικαιοσύνης.

Δυο ειναι τα βασικά σημεία του νόμου: η δημοσιότητα του και η ερμηνεία που πρέπει να γίνει σύμφωνα με τη βούληση του κυρίαρχου και από άτομα που αυτός θα επιλέξει. Εξαίρεση από την ερμηνεία με βάση την ερμηνεία του κυρίαρχου αποτελεί η περίπτωση που θα οδηγούμασταν σε καταφανώς παράλογα αποτελέσματα με βάση και τους φυσικούς νόμους (λχ ποτέ δεν θα μπορούσε να καταδικασθεί ένας αθώος εάν ενώ είχε κηρυχθεί η αθωότητα του ο νόμος επίτασσε την καταδίκη του). Αυτό δεν θεωρείται υπέρβαση από πλευράς του δικαστή γιατί ο κυρίαρχος κατά βάθος δεν θα ήθελε ποτέ ένα παράλογο νόμο. Η οξύνοια του δικαστή ειναι πολύ σημαντική: η κρίση και ο συλλογισμός ειναι απαραίτητα στοιχεία για την καλή ερμηνεία.

 

XΧVII

Το ποινικό δίκαιο δεν μπορεί να τιμωρεί την σκέψη αλλά την πράξη αφού δεν μπορεί να αποτελεί αμάρτημα, πόσο μάλλον θετό δίκαιο η φαντασία για την διάπραξη κάποιας απεχθούς ενέργειας. Άγνοια νόμου συγχωρείται μόνο αν αποδειχθεί ότι έλλογα δεν γνώριζε ή δεν του είχε γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο ενώ, τέλος, άγνοια ποινής δεν έχει ποτέ καμία συνέπεια. Νόμος που να τιμωρεί εκ των υστέρων μια πράξη δεν μπορεί να υπάρξει. Έγκλημα που τελέσθηκε σε άμυνα δεν είναι έγκλημα γιατί το δίκαιο δεν μπορεί να αφαιρέσει την εξουσία αυτοάμυνας.

Η ποινή εξαρτάται από το κίνητρο της πράξης, το τρόπο εκτέλεσης  ή από το εάν έγινε σε ψυχική ορμή. Επίσης, εγκλήματα κατά του κυριάρχου και ότι άλλο θα μπορούσε να διασαλεύσει την πολιτική κοινότητα πρέπει να τιμωρούνται βαρύτερα.

 

XΧVIIΙ

Η ποινή αποβλέπει στον εκφοβισμό και όχι στην εκδίκηση. Επιβάλλεται μόνο από τον κυρίαρχο και μόνο μετά από καταδίκη (και πότε δεν πρέπει να επιβάλλεται σε αθώο).

 

XΧΙΧ

Αιτίες εσωτερικής αποδυνάμωσης της πολιτικής κοινότητας μπορεί να είναι, χαρακτηριστικά, η απαξίωση του θετού δικαίου και άρα η ιδιωτική διάθεση ως μόνο κριτήριο αξιολόγησης του τί είναι καλό και τι κακό. Επίσης, το να θεωρείται ότι το θετό δίκαιο είναι πάνω από τον κυρίαρχο. Πάνω από τον κυρίαρχο δεν υπάρχει άλλος πολιτικά κυρίαρχος παρά μόνο το θείο/ φυσικό δίκαιο. Επίσης, πρόβλημα είναι η χωρίς ουσιαστικό λόγο διάθεση για εξέγερση. Παραδείγματος χάριν, πολλά ελληνικά και ρωμαϊκά έργα επαινούν την τυραννοκτονία ενώ σήμερα κάποιοι διαστρεβλώνουν το νόημα και θεωρούν ότι κάθε μοναρχία είναι αιτία για στάση. Άλλη σοβαρή περίπτωση διάσπασης προκύπτει όταν η πολιτική εξουσία φαίνεται διχασμένη από την θρησκευτική. Τότε, ο λαός βρίσκεται σε σύγχυση αφού βλέπει δύο κυριάρχους και όχι έναν με αποτέλεσμα να προκαλούνται διασπαστικές τάσεις.

Λιγότερο σημαντικές πλην όμως όχι αμελητέες αποκλίσεις αποτελούν αφενός η αδυναμία συγκέντρωσης οικονομικών πόρων και, αφετέρου, η υπέρτατη δημοφιλία κάποιου υπηκόου. 

 

XΧΧ

Η αποστολή του κυριάρχου, που είναι όχι απλά η επιβίωση και η ασφάλεια αλλά και η εξασφάλιση των ανέσεων της ζωής, επιτυγχάνεται με ποικίλα μέσα όπως η καλή νομοθεσία (καλός νόμος είναι ο αναγκαίος δηλαδή αυτός που χρειάζεται προκειμένου να αποφύγουν τα άτομα ενέργειες που θα βλάψουν αυτούς ή τους γύρω τους). Ο κυρίαρχος δεν μπορεί να εγκαταλείψει/ μεταβιβάσει τα μέσα που έχει (νομοθεσία, φορολογία, πόλεμος/ ειρήνη κτλ.) γιατί εγκαταλείπει και τους σκοπούς.

Οι πολίτες από την άλλη υπακούουν μεν στο νόμο αλλά πρώτιστη υποχρέωση υπακοής είναι αυτή στον φυσικό νόμο που τους επιβάλλει να υπακούουν. Η υπακοή και η ευσέβεια στον κυρίαρχο είναι ο μόνος δρόμος προς την ευμάρεια. Αλλά και στις ιδιωτικές σχέσεις, πρέπει τα άτομα να είναι δίκαια, με την έννοια να αποδίδουν σε καθέναν ότι αρμόζει και να αποφεύγουν την άσκοπη βία.

Και ο κυρίαρχος όμως από τη πλευρά του πρέπει να είναι ακριβοδίκαιος απέναντι στις τιμωρίες (τονίζεται εκ νέου ότι στόχος της είναι ο σωφρονισμός) ή τους επαίνους των υπηκόων του. Όπως επίσης, ο κυρίαρχος πρέπει να δείχνει μια μίνιμουμ φροντίδα απέναντι στους ανήμπορούς οι οποίοι δεν πρέπει να αφεθούν απλά στην ιδιωτική φιλανθρωπία. Επιπρόσθετα, ο κυρίαρχος πρέπει να ξέρει να διαλέγει σωστά τους συμβούλους του.

 

XΧΧΙ

Έχει ήδη ειπωθεί ότι είναι οι φυσικοί νόμοι που οδηγούν τα άτομα να αποφεύγουν την φυσική κατάσταση ελευθερίας που είναι μια κατάσταση πολέμου. Η μόνη απόκλιση των ατόμων από την υπακοή στον κυρίαρχο είναι η παραβίαση από μέρους του των φυσικών νόμων που είναι νόμοι του Θεού. Ο Θεός κάνει γνωστούς του νόμους άλλοτε δια μέσου του Λόγου που φορείς είναι τα άτομα, είτε μέσω αποκάλυψης είτε μέσω απεσταλμένου.

Ο Θεός είναι ο υπέρτατος κυρίαρχος όχι απλά επειδή δημιούργησε τα άτομα αλλά, βασικά, γιατί έχει ακαταμάχητη ισχύ (αντίθετα πηγή εξουσίας του πολιτικώς κυριάρχου είναι η συμφωνία).

Επιστρέφοντας στους φυσικούς νόμους, θυμίζεται ότι αυτοί είναι πρωτίστως οι ηθικές αρετές (δικαιοσύνη, ευθυδικία, ταπεινότητα κτλ.). Οι υπόλοιποι  αφορούν στην λατρεία.  Η πολιτική κοινότητα πρέπει να προστάζει τους υπηκόους να λατρεύουν τον Θεό και μάλιστα αυτό δεν μπορεί να γίνει με πλείονες τρόπους. Επομένως εάν η κοινότητα αποφασίσει να προσδώσει δημόσιο χαρακτήρα στην λατρεία, πρέπει να λατρεύει έναν Θεό.

 
Οποιαδήποτε επισήμανση επί του παρόντος υλικού, καταχωρήστε την εδώ